Του Robert Burgess

Στον Πρόεδρο Donald Trump αρέσει να ταυτίζει το ράλι των αμερικανικών μετοχών από το Νοέμβριο του 2016 με την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του και τις πολιτικές του. Και ναι, ο δείκτης S&P 500 έχει ενισχυθεί 22% έκτοτε -αλλά μια βαθύτερη ματιά στις μετοχές, τα ομόλογα και το δολάριο αποκαλύπτει κάθε άλλο παρά εμπιστοσύνη στους χειρισμούς του.

Συνοπτικά: οι εταιρείες των ΗΠΑ αποτιμώνται λιγότερο σήμερα από ό,τι πριν από την εκλογή του Trump, παρά την άνοδο των μετοχών, τις μεγάλες περικοπές των εταιρικών φόρων, τον περιορισμό των κανονισμών και την ενίσχυση της κερδοφορίας. Το κόστος δανεισμού για τις ΗΠΑ έχει αυξηθεί σε σχέση με αυτό άλλων κυβερνήσεων, καταδεικνύοντας την ανησυχία των επενδυτών για την πιστοληπτική ικανότητα της Αμερικής. Το μερίδιο του δολαρίου στα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθέματα έχει μειωθεί κατά πολύ από το 2002.

Οι επενδυτές χάνουν την πίστη τους επειδή ο Trump μετατρέπεται στον τύπο προέδρου που πάντοτε φοβούνταν: απρόβλεπτος, ασταθής και θυελλώδης. Αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν σίγουρα εμφανή το περασμένο έτος, αλλά εν πολλοίς παραβλέφθηκαν καθώς η κυβέρνησή του προώθησε φιλικές προς την ανάπτυξη και προς τις επιχειρήσεις πρωτοβουλίες όπως η φορολογική μεταρρύθμιση και ο περιορισμός των ρυθμίσεων. Τώρα, πολλά ευυπόληπτα επιτελικά στελέχη του Λευκού Οίκου, όπως ο πρώην Πρόεδρος της Goldman Sachs Gary Cohn και μέλη του υπουργικού συμβουλίου, όπως ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Exxon Mobil Rex Tillerson έχουν αποχωρήσει και δεν είναι ξεκάθαρο ποιος έχει απομείνει για να συγκρατεί τον Trump στις πιο ριζοσπαστικές πολιτικές του, όπως αυτές που προωθεί τώρα στο εμπόριο.

Για έναν αυξανόμενο αριθμό παγκόσμιων διαχειριστών κεφαλαίων, οι κίνδυνοι επενδύσεων στις ΗΠΑ είναι πολύ μεγάλοι αυτή τη στιγμή, δεδομένης της πολιτικής αβεβαιότητας. "Σε κάποιο σημείο, απλά σφίγγεις τα δόντια και λες: "Θα αφήσω όλα τα περιουσιακά μου στοιχεία, όλη την έκθεσή μου στις ΗΠΑ", δήλωσε στο Bloomberg News ο Nader Naeimi, διαχειριστής κεφαλαίων στην AMP Capital Investors με υπό διαχείριση πάγια 145 δισ. δολαρίων και έδρα το Σίδνεϋ. "Αυτό είναι το Νο 1 πράγμα που σκεφτόμαστε".

Ας ξεκινήσουμε με τις μετοχές. Ο S&P 500 έχει υποχωρήσει κατά 9,34% από το υψηλό του στις 26 Ιανουαρίου, εν μέρει λόγω των ανησυχιών για τις συνέπειες του δυνητικού εμπορικού πολέμου μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Το selloff σημαίνει ότι παρόλο που οι μετοχές είναι στα υψηλότερα επίπεδα από τις εκλογές και την ορκωμοσία του Trump, ο S&P 500 διαπραγματεύεται περίπου 16 φορές τα προβλεπόμενα κέρδη, μέγεθος μειωμένο σε σχέση με το 18,5 του Ιανουαρίου και το χαμηλότερο από τα μέσα του 2016. Αυτό συμβαίνει, παρόλο που οι αναλυτές αναμένουν από τις εταιρείες να ανακοινώσουν ότι τα κέρδη α’ τριμήνου αυξήθηκαν 17% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Είναι σπάνιο να βλέπεις μια τέτοια συρρίκνωση του πολλαπλάσιου με κέρδη που αυξάνονται με τόσο ταχύ ρυθμό.


Φυσικά, οι αποτιμήσεις των μετοχών παγκοσμίως έχουν μειωθεί, αλλά λίγες έχουν συρρικνωθεί όπως αυτές στις ΗΠΑ. Στα τέλη του περασμένου έτους, ο δείκτης τιμών προς αναμενόμενο κέρδος για τον S&P 500 ήταν 3,5 επίπεδα υψηλότερος σε σχέση με αυτόν του Stoxx Europe 600. Έως την περασμένη εβδομάδα, αυτή η διαφορά είχε μειωθεί σε δύο επίπεδα.

Η αγορά ομολόγων ανησυχεί ότι το έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού θα αυξηθεί σε μη βιώσιμα επίπεδα λόγω των εσόδων που χάθηκαν από τις φορολογικές περικοπές. Το υπουργείο Οικονομικών είπε ότι σκοπεύει να υπερδιπλασιάσει τις πωλήσεις χρέους φέτος στα 1 τρισ. δολάρια για να καλύψει το έλλειμμα. Ήδη υπό τον Trump, το συνολικό δημόσιο χρέος έχει διογκωθεί στα 21,1 τρισ. δολάρια από 19,8 τρισ. δολάρια τον Σεπτέμβριο.

Η ζήτηση στις κρατικές δημοπρασίες χρέους έχει μειωθεί: οι επενδυτές τοποθετούσαν 2,75 δολάρια σε προσφορές για κάθε 1 δολάριο χρέους που προσέφερε η κυβέρνηση, ήτοι το λιγότερο από το 2009. Κατά μέσο όρο, το υπουργείο Οικονομικών πληρώνει 2 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο σε απόδοση από άλλες κυβερνήσεις, σύμφωνα με τους δείκτες ομολόγων του ICE Bank of America Merrill Lynch. Το 2011, κόστιζε στις ΗΠΑ 1,18 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο να δανειστούν σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο.


Σίγουρα, πολλές μεταβλητές λαμβάνονται υπόψη στις αποδόσεις των ομολόγων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών νομισματικών πολιτικών, του πληθωρισμού και των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης. Και στις ΗΠΑ, τα επιτόκια που ορίζει η Federal Reserve είναι πολύ υψηλότερα από σχεδόν οπουδήποτε αλλού. Αλλά ακόμα και όταν αφαιρέσουν το βραχυπρόθεσμο χρέος από την εξίσωση και επικεντρωθούν σε πιο μακροπρόθεσμες διάρκειες που επηρεάζονται λιγότερο από τη νομισματική πολιτική και ευθυγραμμίζονται περισσότερο με πράγματα όπως η αντίληψη του επενδυτή για την πιστοληπτική ικανότητα, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να πληρώνουν υψηλό επιτόκιο. Όσον αφορά το χρέος με διάρκεια 10 ετών ή περισσότερο, το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ΗΠΑ είναι επίσης περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες, το μεγαλύτερο από το 2000.

Λέγεται ότι το νόμισμα ενός έθνους δεν είναι πολύ διαφορετικό από την τιμή της μετοχής μιας εταιρείας, καθώς είναι ίσως ο καλύτερος δείκτης του επενδυτικού κλίματος. Εάν είναι έτσι, τότε οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα. Ο Δείκτης Bloomberg Dollar Spot, ο οποίος μετρά το αμερικανικό νόμισμα έναντι των βασικών ανταγωνιστών του, υποχώρησε 8,52% πέρυσι. Το Φεβρουάριο, άγγιξε το χαμηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2014. Αυτή είναι επίσης μια αξιοσημείωτη κίνηση, επειδή ένα νόμισμα συνήθως αναμάται καθώς αυξάνονται τα επιτόκια.


Θα ήταν εύκολο να αγνοήσει κανείς την αδυναμία του δολαρίου ως απλά την "παλίρροια" και την "άμπωτη" των συναλλαγματικών ισοτιμιών, μέχρις ότου συνειδητοποιήσει ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μόλις είπε ότι το μερίδιο του δολαρίου στα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθέματα μειώθηκε κατά 2,64 ποσοστιαίες μονάδες πέρυσι. Στο 62,7%, το συνολικό μερίδιο του δολαρίου στα αποθεματικά, ενώ είναι ακόμα πολύ υψηλότερο από το 20,1% του ευρώ, είναι το χαμηλότερο από το 2013.

Ο Trump εξελέγη σε μεγάλο βαθμό από απογοητευμένους Αμερικανούς που ήθελαν έναν πρόεδρο που τα τάραζε το status quo και θα έφερνε φρέσκες ιδέες στην Ουάσιγκτον. Σίγουρα ο Trump το κατάφερε αυτό, αλλά οι αγορές στέλνουν σήμα ότι το ρίσκο πάει μακριά. Οι αγορές δεν έχουν πρόβλημα με όσους ταράζουν τα νερά. Έχουν όμως με την αναρχία.