Του Χάρη Φλουδόπουλου

Οι τοπικές και εσωκομματικές αντιδράσεις στην πώληση των λιγνιτών της ΔΕΗ είναι μια παράμετρος κρίσιμη για την επιτυχία του εγχειρήματος. Η δεύτερη κρίσιμη παράμετρος είναι το επενδυτικό ενδιαφέρον. Ενώ λοιπόν η πώληση του 40% των μονάδων λιγνίτη αποτελεί βασικό όρο της συμφωνίας με τους δανειστές αλλά και βασική προϋπόθεση για την εξυγίανση της ΔΕΗ (αφού θα εισρεύσουν πολύτιμα κεφάλαια στο άδειο ταμείο της εταιρείας), τα ανησυχητικά μηνύματα που εκπέμπονται καθιστούν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ως κομβικό για τις εξελίξεις γύρω από τη μεγαλύτερη κρατική βιομηχανία της χώρας.

Στο πολιτικό σκέλος, όπως υπογράμμισε το Capital.gr παρά το γεγονός ότι στο πολυνομοσχέδιο δεν συμπεριλαμβάνονταν ρυθμίσεις για την πώληση των λιγνιτικών, δύο βουλευτές από τους νομούς που θα πουληθούν μονάδες επέλεξαν να δώσουν το στίγμα της στάσης τους στο επόμενο διάστημα. Παπαηλιού (Αρκαδία) και Σέλτσας (Φλώρινα) με τη στάση τους στο πολυνομοσχέδιο στέλνουν ένα σαφές μήνυμα για το τι θα επακολουθήσει. Το πολιτικό crash test πάντως τοποθετείται χρονικά για το Φεβρουάριο, όταν και θα κατατεθεί προς ψήφιση στη βουλή το νομοσχέδιο που θα περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις για την πώληση των δύο εργοστασίων λιγνίτη της ΔΕΗ σε Φλώρινα (Μελίτη 1 και άδεια για κατασκευή δεύτερης μονάδας) και Μεγαλόπολη (μονάδες Μεγαλόπολη 3 και 4). Ο λόγος που οι ρυθμίσεις για τους λιγνίτες της ΔΕΗ δεν περιλήφθηκαν στο πολυνομοσχέδιο δεν έχει να κάνει με την ελληνική κυβέρνηση και αφορά στο λεγόμενο market test, δηλαδή στην έρευνα αγοράς που έγινε με ευθύνη της Κομισιόν, προκειμένου να διερευνηθεί το επενδυτικό ενδιαφέρον αλλά και πιθανές παρατηρήσεις της αγοράς για τα πωλούμενα assets και τις διαδικασίες που θα ακολουθηθούν.

Ανησυχητικά μηνύματα

Η έρευνα αγοράς της Κομισιόν αποτελεί και το βασικό επενδυτικό crash test, για το μέλλον του εγχειρήματος της πώλησης. Και εδώ τα μηνύματα που εκπέμπονται είναι μάλλον ανησυχητικά. Και αυτό διότι οι απαντήσεις που δόθηκαν είναι μάλλον επιφυλακτικές έως … επικριτικές για το μοντέλο πώλησης που επελέγη.

Αλλά και επί των συγκεκριμένων ερωτημάτων που αφορούν στις δύο μονάδες της ΔΕΗ στις οποίες έχει μπει πωλητήριο (συγκρότημα Μεγαλόπολης με τις μονάδες 3,4 και μονάδα Μελίτη 1 μαζί με άδεια για κατασκευή δεύτερης) , οι απαντήσεις των επενδυτών δείχνουν διαφορετική αντιμετώπιση. Έτσι ενώ για το συγκρότημα της Μεγαλόπολης, οι επενδυτές εμφανίζονται να βλέπουν θετικά υπό όρους την απόκτηση των δύο μονάδων, αντίθετα για τη Μελίτη, η ανταπόκριση είναι από χλιαρή έως ανύπαρκτη.

Τι απάντησαν

Από τις μέχρι στιγμής – εξαιρετικά φειδωλές – πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει, προκύπτει σαφώς ότι από τα δύο assets της ΔΕΗ που βγαίνουν προς πώληση, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη Μεγαλόπολη. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι οι ερωτήσεις και παρατηρήσεις για τις δύο μονάδες είναι πιο συγκεκριμένες και αφορούν ακόμη και σε τεχνικά ζητήματα όπως το δίκτυο μεταφοράς, οι άδειες, τα πιθανά προβλήματα που δημιουργούνται με τις κοινές εγκαταστάσεις που θα παραμείνουν στη ΔΕΗ (που θα κρατήσει τη μονάδα φυσικού αερίου Μεγαλόπολη 5) κλπ. Και ενώ τα θέματα που έχουν επισημανθεί για την Μεγαλόπολη θεωρούνται ως "επιλύσιμα", αντίθετα για την περίπτωση της Μελίτης υπάρχουν ανυπέρβλητα προβλήματα που επικεντρώνονται στο θέμα της τροφοδοσίας με καύσιμο και στα σοβαρά εκκρεμή και δυσεπίλυτα ζητήματα με τα ορυχεία της περιοχής (Βεύη, Κλειδί). Εδώ να σημειωθεί ότι η Μελίτη ακόμη και κάτω από τη διαχείριση της ΔΕΗ αναγκάζεται να αγοράζει ακριβό ξυλίτη, που εξηγεί και το εποχικά υψηλό κόστος παραγωγής όπως αυτό καταγράφεται στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού που συμμετέχει το εργοστάσιο της ΔΕΗ.

Σκεπτικισμός για την αγορά

Εκτός όμως από τα τεχνικά ζητήματα και τα προβλήματα σε σχέση με τις συγκεκριμένες μονάδες του market test οι απαντήσεις που έχει λάβει η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ, καταγράφουν τον έντονο σκεπτικισμό και τη δυσπιστία των παικτών που δραστηριοποιούνται ήδη στην ελληνική αγορά. Για κάποιες εταιρείες μάλιστα το market test στάθηκε η αφορμή ώστε να καταγράψουν εγγράφως σε θεσμικό επίπεδο τις ενστάσεις τους για τα προβλήματα ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά, την καθυστέρηση και τις διαρκείς παλινωδίες στη διαδικασία απελευθέρωσης.

Υπό την έννοια αυτή, τα όποια τεχνικά ή άλλα προβλήματα αντιμετωπίζονται ως μικρά εμπόδια, που όμως καθίστανται ανυπέρβλητα εξαιτίας του γενικότερου περιβάλλοντος λειτουργίας της ελληνικής αγοράς, η οποία διατηρεί ακόμη τις παιδικές ασθένειες και στρεβλώσεις της εποχής του κρατικού μονοπωλίου. Επομένως το βασικό πρόβλημα είναι να διασφαλιστούν αντικειμενικά ισότιμοι όροι, τόσο στο διαγωνισμό όσο και στην επόμενη ημέρα της αγοράς.

Κρίσιμη η πώληση για τη ΔΕΗ

Για τη ΔΕΗ πάντως η πώληση των λιγνιτών αποτελεί στοίχημα βιωσιμότητας, υπό την έννοια ότι οι πωλήσεις αυτές αποτελούν την τελευταία ευκαιρία να εισρεύσουν κεφάλαια, απαραίτητα τόσο για τη μείωση του δανεισμού όσο και για την ανάπτυξη σε άλλες αγορές που θα υποκαταστήσουν τα χαμένα μερίδια αγοράς στην παραγωγή και την προμήθεια ρεύματος. Εάν προστεθούν και οι αυξημένες ανάγκες ρευστότητας του 2019 όταν και λήγει το μεγάλο ομόλογο των 500 εκ. ευρώ και θα πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί το κοινοπρακτικό του 1,2 δισ. ευρώ, είναι σαφές ότι η ορατότητα γύρω από το μέλλον της εταιρείας παραμένει περιορισμένη, τουλάχιστον μέχρι τον Ιούνιο.