Η εκπομπή ΜΙΑ ΒΑΛΙΤΣΑ ΓΕΥΣΕΙΣ, συνεχίζει για δεύτερη χρονιά, με ανανεωμένο υλικό, ιδέες και νέους συνεργάτες που θα μας ταξιδέψουν σε διαφορετικούς πολιτισμούς, μέσω της γαστρονομίας. Φέτος ξεναγοί μας θα είναι ο γνωστός σεφ Άκης Πετρετζίδης, η επιτυχημένη παρουσιάστρια και συγγραφέας βιβλίων μαγειρικής Tonia Buxton και η δημοσιογράφος Σύλια Ιωαννίδου. 
 

lorida1

 

Οι ΓΕΥΣΕΙΣ που αναδύονται από ΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ παρουσιάζουν παραδοσιακές, και όχι μόνο συνταγές  από χώρες μακρινές αλλά και γειτονικές και αναζητούν επιρροές που έχει δεχθεί η γαστρονομία της Κύπρου μέσα από την καθημερινή παρουσία τους και αλληλεπίδραση στις τοπικές κοινωνίες.  
 
Πως η γαστρονομία μπορεί να ενημερώσει για τη συνύπαρξη των πολιτισμών;
 
Η γαστρονομία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι ενός πολιτισμού, και μέσα από την παρουσίαση συνταγών, το κυπριακό κοινό έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον τρόπο παρασκευής διαφόρων εδεσμάτων ή/και ροφημάτων, μαθαίνοντας παράλληλα για τις γαστρονομικές συνήθειες και παραδόσεις γύρω από αυτές. Ειδικότερα, η εκπομπή αναδεικνύει την συνύπαρξη των διαφορετικών πολιτισμών μέσα από την μαγειρική. Το ευρύτερο κοινό (ανεξαρτήτως πολιτισμικού και πολιτιστικού υπόβαθρου) αποκτά γνώσεις σχετικές με την παρασκευή εδεσμάτων, ενώ παράλληλα ενημερώνεται για τον πολιτισμό, τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα των χωρών από όπου προέρχονται οι συνταγές. Απώτερος στόχος είναι να ενισχυθεί το αίσθημα του σεβασμού των διαφορετικών πολιτισμών και να αναδειχθούν τα αισθήματα αλληλοσεβασμού και πολιτισμικής επάρκειας.
 
Αποσαφήνιση όρων ασύλου και μετανάστευσης
 
Δρ. Στέφανος Σπανέας
Αναπληρωτής Καθηγητής 
Κοινωνικής Εργασίας
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
 
Πολύ συχνά δημόσιες και ιδιωτικές συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από το ζήτημα μετανάστες, πρόσφυγες και αιτούντες ασύλου. Συνήθως οι συζητήσεις αυτές διαπνέονται και από μια αρνητική χροιά όπως την αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας εξαιτίας των μεταναστών ή και αύξηση της εγκληματικότητας. 
 
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μαζική εισροή μικτών μεταναστευτικών ρευμάτων, όπου τα όρια μεταξύ προσώπων που δικαιούνται διεθνούς προστασίας (πρόσφυγες και δικαιούχοι επικουρικής προστασίας) και οικονομικών μεταναστών είναι ολοένα και πιο δυσδιάκριτα και ρευστά, ενώ οι περιβαλλοντικές καταστροφές δημιουργούν μια νέα κατηγορία αναγκαστικά μετακινούμενων πληθυσμών.
 
Η έλλειψη ενός ομοιόμορφου και αποτελεσματικού συστήματος ασύλου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με τη γενικότερη αμηχανία των κυβερνήσεων, την αυξανόμενη ξενοφοβία και την αποσπασματικότητα των μέτρων για την αντιμετώπιση της άτυπης μετανάστευσης, δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις αναφορικά με την αποτελεσματική προστασία των προσφύγων που χτυπούν την πόρτα της "ευρωπαϊκής ευημερίας".
 
Αποτελεί ρεαλιστικό γεγονός  ότι η κάθε χώρα υιοθετεί διοικητικούς ή νομοθετικούς μηχανισμούς για τη νομιμοποίηση της παραμονής Υπηκόων Τρίτων Χωρών, ενώ η ΕΕ προσπαθεί να υιοθετήσει κοινά αποδεκτά κριτήρια για τις βασικές, τουλάχιστον κατηγορίες μεταναστών. Γενικότερα, όμως, τα κριτήρια με τα οποία εξετάζεται η παροχή νόμιμης αδείας παραμονής διαφέρουν, καθώς η κάθε μια ευρωπαϊκή χώρα έχει διαφορετικούς δεσμούς και προϊστορία με χώρες  είτε από την Αφρική, την Ασία αλλά και τη Λατινική Αμερική. 
 
Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και σε συνάρτηση με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το καθεστώς των Προσφύγων έχουν καθοριστεί οι κατηγορίες μεταναστών, ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες Υπηκόων Τρίτων Χωρών που επιθυμούν είσοδο σε μία Ευρωπαϊκή χώρα. Για την καλύτερη κατανόηση ακολουθούν οι ορισμοί των διάφορων κατηγοριών μεταναστών, που ισχύουν στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας οι οποίες διαρθρώνονται ως ακολούθως:
 
Αιτούντες άσυλο: θεωρούνται τα πρόσωπα που έχουν εισέλθει είτε από τα επίσημα σημεία διέλευσης της Κυπριακή Δημοκρατίας (αεροδρόμια, λιμάνια) στη χώρα είτε από μη οριοθετημένα σημεία και αιτήθηκαν άσυλο εξαιτίας φόβου δίωξης στη χώρα τους. 
 
Επικουρική Προστασία: Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, εμπίπτει στις  συμπληρωματικές μορφές προστασίας και παραχωρείται σε άτομα τα οποία κινδυνεύουν να υποστούν ή έχουν υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως θανατική ποινή, βασανιστήρια στη χώρα καταγωγής τους ή επίκειται σοβαρή απειλή κατά της ζωής λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
 
Αναγνωρισμένοι Πρόσφυγες: Σύμφωνα με τη Συνθήκη του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Σύμβαση της Γενεύης 1951), πρόσφυγας θεωρείται το άτομο που βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του, κινδυνεύει πραγματικά να υποστεί παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του στη χώρα του εξαιτίας της ταυτότητάς του ή των πεποιθήσεών του και δεν μπορεί ή δε θέλει να επιστρέψει, επειδή η κυβέρνησή του δεν μπορεί ή δε θέλει να τον/την προστατέψει. 
 
Παράτυποι μετανάστες: περιγράφονται άνθρωποι που εισήλθαν στη χώρα από μη οριοθετημένα σημεία χωρίς να έχουν καταφέρει να αποκτήσουν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα (διαβατήρια, VISA). Επιπλέον, στην κατηγορία αυτή ανήκουν και τα άτομα που παρέτειναν αυτοβούλως και παρατύπως τη διαμονή τους στην Κύπρο, παρόλο που το αίτημα τους για παροχή ασύλου απορρίφθηκε από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους (Υπηρεσία Ασύλου).
 
Νόμιμοι μετανάστες: Αναφέρονται σε άτομο/α ή/και οικογένεια ή/και ομάδα που δεν κατάγεται από κάποια χώρα της ΕΕ, αλλά επιθυμεί να μεταβεί σε κάποια από αυτές, ή/και προσέρχεται κυρίως για λόγους εργασίας. Τα άτομα της συγκεκριμένης κατηγορίας εισέρχονται από τα επίσημα σημεία διέλευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας (αεροδρόμια, λιμάνια) και παραμένουν στη χώρα, διαθέτοντας τα απαραίτητα έγγραφα νομιμοποίησης. Η φυσική τους παρουσία είναι καταγεγραμμένη από τις αρμόδιες αρχές (Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης) και είναι εφοδιασμένοι με την απαιτούμενη άδεια παραμονής.
 
Η πλειοψηφία των ατόμων της εν λόγω κατηγορίας εισέρχεται στη χώρα για λόγους εργασίας σε διάφορους τομείς ενώ υπάρχουν επίσης άτομα που επέλεξαν την Κύπρο ως χώρα κατοικίας ακολούθως της συνταξιοδότησής τους (μικρός αριθμός διαμενόντων). Κάθε υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος εισέρχεται σε ευρωπαϊκό έδαφος οφείλει να έχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν, εφόσον αυτό απαιτείται από τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις, το κοινοτικό δίκαιο και τις εθνικές ρυθμίσεις, θεώρηση εισόδου (VISA).
 
Θεώρηση Εισόδου: Η θεώρηση εισόδου χορηγείται από την προξενική αρχή, στην οποία υπάγεται ο τόπος κατοικίας του υπηκόου τρίτης χώρας, αφού ληφθούν υπόψη λόγοι που αφορούν ιδίως στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της Χώρας και τη δημόσια υγεία και διακρίνεται σε θεώρηση βραχείας διαμονής (θεώρηση "Σένγκεν”) & σε θεώρηση μακράς διαμονής (εθνική θεώρηση). Εκδίδεται βάσει των αντίστοιχων για την άδεια διαμονής νομοθετικών ρυθμίσεων του παρόντος και η διάρκεια της συναρτάται, κατά περίπτωση, με εκείνη της προβλεπόμενης διαμονής.
 
Επιπρόσθετα κρίνεται  απαραίτητο να προβούμε σε διακρίσεις του πρόσφυγα από τις υπόλοιπες συγγενείς κατηγορίες ατόμων. Ο πρόσφυγας, αν και αλλοδαπός δεν πρέπει να ταυτίζεται με αυτόν. Ο αλλοδαπός απολαμβάνει διπλωματικής προστασίας από τη χώρα της ιθαγένειας του, ενώ ο πρόσφυγας στερείται παρόμοιας προστασίας είτε διότι έχει στερηθεί της ιθαγένειας της χώρας του είτε διότι δεν έχει ιθαγένεια αλλά και δεν επιθυμεί να τεθεί υπό την προστασία της χώρας καταγωγής του. Ο πρόσφυγας δεν απολαμβάνει κανένα από τα ευεργετήματα που παρέχει η πολιτεία στους αλλοδαπούς που διαμένουν στο έδαφος της. Μέχρι τη στιγμή που θα αναγνωριστεί η ιδιότητα του ως πρόσφυγα, βρίσκεται στη χώρα χωρίς δικαίωμα εργασίας, χωρίς υλική βοήθεια χωρίς τα αναγκαία μέσα να απολαύσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής.
 
Επίσης ο πρόσφυγας δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον ανιθαγενή. Ο τελευταίος δεν θεωρείται υπήκοος καμιάς χώρας και στερείται οιασδήποτε προστασίας. Ο πρόσφυγας βρίσκεται εκτός των συνόρων της χώρας της ιθαγένειας του και φοβάται να επιστρέψει σε αυτή μήπως διωχθεί. Εάν οι λόγοι που τον οδήγησαν εκτός των συνόρων της πατρίδας του παύσουν να υπάρχουν και επιστρέψει σε αυτήν τότε παύει να είναι πρόσφυγας. Έτσι ο ανιθαγενής θεωρείται ότι υπάγεται σε μια νομική κατάσταση σε αντίθεση με τον πρόσφυγα που αντικατοπτρίζει μια πραγματική κατάσταση. Συχνά ο πρόσφυγας ονομάζεται ανιθαγενής de facto διακρινόμενος από τον ανιθαγενή de jure που είναι ο στερούμενος ιθαγένειας.
 
Ο πρόσφυγας μπορεί να είναι και ανιθαγενής, ένας ανιθαγενής δεν είναι υποχρεωτικά και πρόσφυγας. Και οι δύο ωστόσο στερούμενοι εθνικής προστασίας χαρακτηρίζονται στο διεθνές δίκαιο ως ''μη προστατευόμενα άτομα''. Επίσης ο πρόσφυγας δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον μετανάστη, που εγκαταλείπει τη χώρα του προς μια άλλη για να εργαστεί και να καλυτερεύσει το επίπεδο της ζωής του. Ο μετανάστης έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στην πατρίδα του όποτε θελήσει, ο πρόσφυγας δεν μπορεί να επιστρέψει όποτε το επιθυμεί διότι η κατάσταση στη χώρα του εξαρτάται από συνθήκες που ο ίδιος δεν μπορεί να ελέγξει.
 
Ο πρόσφυγας και μετανάστης, έννοιες και θεσμοί στην καθημερινή διαχρονική πραγματικότητα, γνωστά από αρχαιοτάτων χρόνων εξακολουθούν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας και τον 21ο αιώνα. Παρόλο το αισιόδοξο μήνυμα της Eleanor Roosevelt κατά την ημέρα της υπογραφής της Σύμβασης του 1951 '' ότι από τώρα και στο εξής δεν θα υπάρχει κανένας πρόσφυγας'' σήμερα αριθμούνται σε όλο τον κόσμο 65 εκατομμύρια προσφύγων από τα οποία τα 35 βρίσκονται εκτός της χώρας της μόνιμης κατοικίας τους.
 
Το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο ασχολήθηκε με το ζήτημα των προσφύγων ήδη από την εποχή της Κοινωνίας των Εθνών, ενώ σε περιφερειακό επίπεδο διαπιστώνουμε τη βούληση των κρατών να προχωρήσουν σε πιο δραστικά μέτρα. Από την άλλη πλευρά η διεθνής κοινότητα και ιδιαίτερα ο ΟΗΕ δεν κατάφεραν μέχρι σήμερα να διευρύνουν την έννοια του πρόσφυγα ενσωματώνοντας και άλλες κατηγορίες προσφύγων π.χ. από φυσικές καταστροφές ή από ομαδικές εξόδους, αποτέλεσμα κυρίως εμφυλίων συρράξεων. Η πρόσφατη κατάσταση στη Συρία είναι ένα τραγικό παράδειγμα της αδυναμίας του ΟΗΕ να αντιμετωπίσει όχι μόνο την έκρυθμη κατάσταση στην περιοχή αλλά και την παροχή ασύλου στους εκατοντάδες Σύριους πρόσφυγες.
 
Επιχειρηματικότητα και Κοινωνική Οικονομία για την Ένταξη Μεταναστών
 
Δρ. Δέσποινα Κοχλιού
Λέκτορας Κοινωνικής Εργασίας
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
 
Είναι γεγονός ότι στην Κύπρο, όπως και σε όλες τις προηγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου, παρατηρείται το φαινόμενο της ανεργίας ιδιαίτερα των κοινωνικά ευάλωτων ομάδων ή κοινωνικά αποκλεισμένων ομάδων.
 
Η ανάπτυξη παραγωγικών διαδικασιών στον πρωτογενή τομέα αποτελεί πλέον μονόδρομο για τα σύγχρονα κράτη, που πλήττονται εντόνως την τελευταία δεκαετία από την παγκόσμια οικονομική ύφεση και τις κλιματολογικές αλλαγές. Ειδικά στις μέρες μας που η οικονομική κρίση έχει αυξήσει κατακόρυφα τον αριθμό των ανέργων αποτελεί μείζων ζήτημα για τη χώρα μας, καινοτόμες πρωτοβουλίες πρέπει να ληφθούν στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και νέες επιχειρηματικές δομές να συσταθούν με συνεργασία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, του ιδιωτικού τομέα και των Φορέων Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας. Παρά την ευρωστία της κυπριακής οικονομίας, αρκετές κοινωνικές ομάδες αντιμετωπίζουν χρόνια προβλήματα, οι οποίες συχνά αποκλείονται από την αγορά εργασίας.
 
Σε αυτούς που απαιτούν πρόσθετη βοήθεια συμπεριλαμβάνονται οι ηλικιωμένοι, τα νοικοκυριά ενός ατόμου (που είναι τρεις φορές πιθανότερο να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας από το μέσο Κύπριο), τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι μετανάστες και όσοι ζουν σε αγροτικές περιοχές (όπου το μέσο εισόδημα είναι πολύ χαμηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο). Κατά συνέπεια, η Κύπρος θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτές τις κοινωνικές και περιφερειακές ανισότητες, προσφέροντας περισσότερες ευκαιρίες εργασίας στις μειονεκτούσες ομάδες.
 
Η ανάδειξη της κοινωνικής οικονομίας αναγνωρίζεται σε πολιτικούς και νομικούς κύκλους, σε εθνική και ευρωπαϊκή κλίμακα.
 
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε το 1989 ανακοίνωση που έφερε τον τίτλο "Οι επιχειρήσεις του κλάδου της κοινωνικής οικονομίας:
 
Η ευρωπαϊκή αγορά χωρίς σύνορα". Τον ίδιο χρόνο, η Επιτροπή χρηματοδότησε την πρώτη Ευρωπαϊκή Διάσκεψη για την κοινωνική οικονομία (Παρίσι) και δημιούργησε τη μονάδα κοινωνικής οικονομίας στους κόλπους της ΓΔ XXIII Πολιτική επιχειρήσεων, διανεμητικό εμπόριο, τουρισμός και κοινωνική οικονομία. Το 1990, 1992, 1993 και 1995, η Επιτροπή προώθησε την Ευρωπαϊκή Διάσκεψη για την κοινωνική οικονομία στη Ρώμη, τη Λισαβόνα, τις Βρυξέλλες και τη Σεβίλλη. Το 1997, στη σύνοδο κορυφής του Λουξεμβούργου, αναγνωρίστηκε ο ρόλος των επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονομίας στην τοπική ανάπτυξη και απασχόληση και ξεκίνησε η πειραματική δράση με την επωνυμία "Τρίτο σύστημα και απασχόληση", με πεδίο αναφοράς το χώρο της κοινωνικής οικονομίας.
 
Ανάμεσα στο κράτος και στην αγορά, έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σε πολλές προηγμένες, αλλά και σε αναπτυσσόμενες οικονομίες, ένας τρίτος τομέας ο επονομαζόμενος τομέας της Κοινωνικής Οικονομίας.
 
Ο τομέας αυτός περιλαμβάνει τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, τις κοινωνικές επιχειρήσεις, τους συνεταιρισμούς και διάφορους τύπους ενώσεων, που στηρίζονται στην αυτο-οργάνωση των πολιτών και στην εθελοντική προσφορά υπηρεσιών, στη βάση της αλληλεγγύης και της συνεργασίας και  προσπαθεί να καλύψει "κενούς χώρους" που αφήνουν μεγάλα τμήματα της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, συνήθως κοινωνικού χαρακτήρα, των οποίων η παραγωγή και η διάθεση από τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς κρίνεται ασύμφορη, η δε παροχή τους από το κράτος πολλές φορές ανέφικτη.
 
Τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα, οι φορείς του τομέα αναλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο πρωτοβουλίες που συνδυάζουν την αξιοποίηση επιχειρηματικών μεθόδων, προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες ευπαθών κοινωνικών ομάδων, με την προώθηση κοινωνικού έργου. Και βέβαια, αυτό που διακρίνει τέτοιου τύπου δραστηριότητες είναι η ικανότητά τους να ενθαρρύνουν διαπροσωπικούς δεσμούς και να ενδυναμώνουν την τοπική αλληλεγγύη, αποτελώντας έτσι ένα σημαντικό παράγοντα ενδυνάμωσης του κοινωνικού ιστού και διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. 
 
Η επιχειρηματικότητα των μεταναστών παρουσιάζει σταθερή αύξηση στην Ευρώπη και διαδραματίζει έναν ολοένα σημαντικότερο ρόλο στο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι των ευρωπαϊκών πόλεων. Ο ρόλος των εθνοτικών επιχειρήσεων είναι πολυσήμαντος και ποικιλοτρόπως μοναδικός. Καλύπτουν ελλείψεις στην αγορά, συμβάλλουν στην αναγέννηση παρηκμασμένων αστικών περιοχών, προσφέρουν νέα προϊόντα και υπηρεσίες, αναβιώνουν ενδεχομένως το ενδιαφέρον για παραμελημένες βιοτεχνικές πρακτικές και προσδίδουν σε ορισμένους κλάδους την αναγκαία αξιοπιστία. Συμβάλλουν ακόμη στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και παρέχουν ευκαιρίες σε πιο ευάλωτες ομάδες (όπως οι γυναίκες ή οι νέοι από συγκεκριμένες ομάδες), βοηθώντας τες με τον τρόπο αυτόν να αποφύγουν τη φτώχεια. Σε επίπεδο πολιτικής, ωστόσο, δεν έχει δοθεί ακόμη η δέουσα σημασία στις δυνατότητες συμβολής επιχειρηματικότητας στην ένταξη των μεταναστών και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Μέχρι στιγμής, οι φορείς χάραξης πολιτικής εστιάζουν κατά κύριο λόγο στην έμμισθη απασχόληση ως βασικό μέτρο ένταξης των μεταναστών στην αγορά εργασίας.
 
Θα μπορούσε να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στην εναλλακτική οδό της επιχειρηματικότητας των μεταναστών, η οποία μπορεί να τους παράσχει περισσότερες ευκαιρίες σε κοινωνικό επίπεδο, να τους ωθήσει στην ανάληψη περισσότερων ηγετικών πρωτοβουλιών στο πλαίσιο των τοπικών κοινωνιών, να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των μειονοτήτων και να προαγάγει την κοινωνική συνοχή στους κόλπους των εθνοτικών κοινοτήτων.
 
Συμπερασματικά οι σύγχρονες πολιτικές θα πρέπει να στοχεύσουν στην καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, διασφαλίζοντας τη δυνατότητα πρόσβασης όλων των πολιτών και μη σε υλικούς και άυλους πόρους, σε δικαιώματα και υπηρεσίες. Η δυνατότητα αυτή αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη ενεργούς συμμετοχής όλων των πολιτών στο κοινωνικό γίγνεσθαι, παρέχει μια προληπτική λειτουργία έναντι του αποκλεισμού, ενώ ταυτόχρονα αντιμάχεται όλες τις πιθανές, παλαιές και νέες, μορφές κοινωνικών διακρίσεων που οδηγούν στον αποκλεισμό. Η καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στηρίζεται επίσης στην ενεργή ένταξη και συμμετοχή όλων των ατόμων και ομάδων του πληθυσμού στην αγορά εργασίας, περιορίζοντας την ανεργία και αναπτύσσοντας την απασχόληση.
 
Η καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού προϋποθέτει επιπλέον την ανάπτυξη του συντονισμού όλων των εμπλεκομένων φορέων, υπηρεσιών, ομάδων και ατόμων, συμπεριλαμβανομένων και των άμεσα ενδιαφερόμενων. Ο συντονισμός αυτός διασφαλίζει, ως γνωστόν, την καλύτερη δυνατή χρηστικότητα των πολιτικών κοινωνικής ενσωμάτωσης, η αποτελεσματικότητα των οποίων εξαρτάται και από την οικονομική και εκπαιδευτική πολιτική καθώς και από τη συνεισφορά των διαρθρωτικών ταμείων χρηματοδότησης της ΕΕ.
 
Για την επίτευξη των ανωτέρω ενδείκνυται να ληφθούν μια σειρά από μέτρα. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα:
 
Αξιοποίηση των δυνατοτήτων της επιχειρηματικότητας για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την χωρίς αποκλεισμούς οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της στρατηγικής "Ευρώπη 2020" και αναγνώριση της επιχειρηματικότητας ως θεμελιώδη διάσταση της ένταξης των μεταναστών. 
Αναγνώριση και προώθηση της επιχειρηματικότητας στο πλαίσιο ευρύτερων πολιτικών ένταξης για επανεξέταση του ρυθμιστικού και του διαρθρωτικού πλαισίου έναρξης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς συχνά τίθενται εμπόδια στην ίδρυση επιχειρήσεων.
Προώθηση  της ευαισθητοποίησης και της ενίσχυσης των ικανοτήτων μεσολαβούντων φορέων, όπως είναι τα κέντρα κατάρτισης, οι εταιρείες παροχής συμβουλών και οι επιχειρηματικές ενώσεις. 
Κάλυψη των ελλείψεων σε επίπεδο πληροφόρησης και συλλογής στοιχείων επενδύοντας σε στοχοθετημένους και αποδοτικούς τρόπους συλλογής πληροφοριών για την ισότιμη ενσωμάτωση της επιχειρηματικότητας στις στρατηγικές οικονομικής ανάπτυξης και ένταξης των μεταναστών που εφαρμόζονται, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην κοινωνική ένταξη.
Προώθηση και διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των παραγόντων που πρωταγωνιστούν στην οικονομική ζωή της Κύπρου, όπως, μεταξύ άλλων, των επίσημων και των εθνοτικών ενώσεων επιχειρήσεων, των επαγγελματικών οργανώσεων, των ΜΜΕ και των φορέων επαγγελματικής κατάρτισης.
Συμβουλευτική και επιχειρηματική υποστήριξη των μεταναστών σε θέματα οικονομικής διαχείρισης, επιχειρηματικότητας σε τομείς όπου σε τοπικό επίπεδο (σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης) παρουσιάζονται επιχειρηματικές/εργασιακές ευκαιρίες, αλλά και σε τομείς της κοινωνικής οικονομίας, καθώς και λοιπές δράσεις ενίσχυσης των ατομικών χαρακτηριστικών των ανέργων, αλλά και των επαγγελματικών τους προσδοκιών.
Κατάρτιση σε εξειδικευμένα πεδία (επιχειρηματικότητα στην κοινωνική οικονομία, προώθηση του εναλλακτικού τουρισμού, απόκτηση δεξιοτήτων για την υποστήριξη (εργασιακή ένταξη).
Δικτύωση των καταρτιζόμενων και των επαγγελματιών στην περιοχή παρέμβασης με τη χρήση καινοτόμων εργαλείων, π.χ. διαδικτυακά μαθήματα.
Δράσεις ενημέρωσης και διάχυσης για την ενημέρωση των μεταναστών και την ευαισθητοποίηση των φορέων προσφοράς στην περιοχή παρέμβασης, αλλά και για την προώθηση των αποτελεσμάτων των εξειδικευμένων προγραμμάτων ψυχοκοινωνικής και επαγγελματικής στήριξης.
Διακρατικότητα για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε θέματα κοινωνικής επιχειρηματικότητας.
 
Έρευνα για την μετανάστευση από και προς την Κύπρο
 
Για σκοπούς δημιουργίας οικογένειας μεταναστεύει στην Κύπρο η πλειοψηφία των Κυπρίων του εξωτερικού, ενώ Ευρωπαίοι πολίτες φθάνουν στην Κύπρο τόσο για οικογενειακούς λόγους όσο και για αναζήτηση εργασίας. Παράλληλα η πλειοψηφία των υπηκόων τρίτων χωρών φθάνει στην Κύπρο για σκοπούς εξεύρεσης εργασίας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Ειδικής Ενότητας της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου, η οποία καλύπτει δειγματοληπτικά 3.600 νοικοκυριά σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου.
 
Η ενότητα κάλυψε άτομα ηλικίας 15-64 και αφορούσε την περίοδο Απριλίου-Ιουνίου 2014. Τα στοιχεία αναφέρονται στην κατάσταση των μεταναστών και των άμεσων απογόνων τους σε σχέση με την αγορά εργασίας.
 
Κύριος λόγος μετανάστευσης
 
Το 74,0% των Κυπρίων ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν τους οικογενειακούς λόγους (περ. δημιουργία οικογένειας), ως τον κύριο λόγο μετανάστευσης τους στην Κύπρο. Το 11,3% δήλωσαν την εργασία και βρήκαν δουλειά πριν μεταναστεύσουν στην Κύπρο, το 10,2% δήλωσαν την εργασία και ήρθαν για να βρουν εργασία στην Κύπρο (αλλά δεν βρήκαν πριν μεταναστεύσουν) ενώ το 3,7% δήλωσαν άλλους λόγους (π.χ. για αφυπηρέτηση, για το κλίμα, για λόγους υγείας κ.τ.λ) ως τον κύριο λόγο μετανάστευσης τους στην Κύπρο.
 
Το 36,1% των υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκτός των Κυπρίων) ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν την εργασία και ήρθαν για να βρουν εργασία στην Κύπρο (αλλά δεν βρήκαν πριν μεταναστεύσουν) ως τον κύριο λόγο μετανάστευσης τους στην Κύπρο. Το 33,2% δήλωσαν τους οικογενειακούς λόγους (περ. δημιουργία οικογένειας), το 21,0% δήλωσαν την εργασία και βρήκαν δουλειά πριν μεταναστεύσουν στην Κύπρο ενώ το 8,5% δήλωσαν άλλους λόγους (π.χ. για αφυπηρέτηση, για το κλίμα, για λόγους υγείας κ.τ.λ) ως τον κύριο λόγο μετανάστευσης τους στην Κύπρο.
 
Το 64,6% των υπηκόων τρίτων χωρών ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν την εργασία και βρήκαν δουλειά πριν μεταναστεύσουν στην Κύπρο ως τον κύριο λόγο μετανάστευσης τους στην Κύπρο. Το 15,6% δήλωσαν τους οικογενειακούς λόγους (περ. δημιουργία οικογένειας), το 9,3% δήλωσαν την εργασία και ήρθαν για να βρουν εργασία στην Κύπρο (αλλά δεν βρήκαν πριν μεταναστεύσουν), το 4,0% δήλωσαν για διεθνή προστασία, το 3,6% δήλωσαν για σπουδές ενώ το 2,9% δήλωσαν άλλους λόγους (π.χ. για αφυπηρέτηση, για το κλίμα, για λόγους υγείας κ.τ.λ) ως τον κύριο λόγο μετανάστευσης τους στην Κύπρο.
 
Προσόντα σε σχέση με την εργασία
 
Από τους απασχολούμενους Κύπριους ηλικίας 15 – 64, το 47,8% με τριτοβάθμια εκπαίδευση, το 39,2% με λυκειακή και το 13,1% με μόρφωση κάτω του λυκείου, θεωρεί ότι έχει περισσότερα προσόντα απ’ ότι απαιτεί η τωρινή του εργασία.
 
Από τους απασχολούμενους υπήκοους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκτός των Κυπρίων) ηλικίας 15 – 64, το 62,6% με τριτοβάθμια εκπαίδευση, το 37,4% με λυκειακή και το 16,5% με μόρφωση κάτω του λυκείου, θεωρεί ότι έχει περισσότερα προσόντα απ’ότι απαιτεί η τωρινή του εργασία.
 
Από τους απασχολούμενους υπήκοους τρίτων χωρών ηλικίας 15 – 64, το 69,6% με τριτοβάθμια εκπαίδευση, το 39,9% με λυκειακή και το 7,5% με μόρφωση κάτω του λυκείου, θεωρεί ότι έχει περισσότερα προσόντα απ’ότι απαιτεί η τωρινή του εργασία.
 
Το 77,5% των απασχολούμενων Κυπρίων ηλικίας 15 – 64 που είτε οι ίδιοι ή κάποιος από τους γονείς τους γεννήθηκε στο εξωτερικό και που θεωρούν ότι έχουν περισσότερα προσόντα σε σχέση με την εργασία που κάνουν, δήλωσαν άλλο εμπόδιο (π.χ. λόγω οικονομικής κρίσης, έλλειψη θέσεων εργασίας, εκμετάλλευσης από τον εργοδότη, ηλικίας) ως το κυριότερο εμπόδιο που δεν τους επιτρέπει να βρουν εργασία ανάλογη των προσόντων τους, ενώ το 18,8% δεν δήλωσαν κανένα εμπόδιο στην εξεύρεση εργασίας ανάλογη των προσόντων τους.
 
Το 67,6% των απασχολούμενων υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκτός των Κυπρίων) ηλικίας 15 – 64, που είτε οι ίδιοι ή κάποιος από τους γονείς τους γεννήθηκε στο εξωτερικό και που θεωρούν ότι έχουν περισσότερα προσόντα σε σχέση με την εργασία που κάνουν, δήλωσαν άλλο εμπόδιο (π.χ. λόγω οικονομικής κρίσης, έλλειψη θέσεων εργασίας, εκμετάλλευσης από τον εργοδότη, ηλικίας) ως το κυριότερο εμπόδιο που δεν τους επιτρέπει να βρουν εργασία ανάλογη των προσόντων τους. Το 9,3% δήλωσαν τη μη επαρκή γνώση της Ελληνικής γλώσσας ενώ το 12,4% δεν δήλωσαν κανένα εμπόδιο στην εξεύρεση εργασίας ανάλογη των προσόντων τους.
 
Το 38,6% των απασχολουμένων υπηκόων τρίτων χωρών ηλικίας 15 – 64, που είτε οι ίδιοι ή κάποιος από τους γονείς τους γεννήθηκε στο εξωτερικό και που θεωρούν ότι έχουν περισσότερα προσόντα σε σχέση με την εργασία που κάνουν, δήλωσαν άλλο εμπόδιο (π.χ. λόγω οικονομικής κρίσης, έλλειψη θέσεων εργασίας, εκμετάλλευσης από τον εργοδότη, ηλικίας) ως το κυριότερο εμπόδιο που δεν τους επιτρέπει να βρουν εργασία ανάλογη των προσόντων τους. Το 32,7% δήλωσαν το περιορισμένο δικαίωμα για εργασία λόγω ιθαγένειας ή άδειας παραμονής ενώ το 10,6% δήλωσαν τη μη αναγνώριση των προσόντων, πιστοποιητικών ή πτυχίων που απόκτησαν στο εξωτερικό ως το κυριότερο εμπόδιο στην εξεύρεση εργασίας ανάλογη των προσόντων τους.
 
Γνώση / παρακολούθηση μαθημάτων της Ελληνικής γλώσσας
 
Το 55,4% των Κυπρίων ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν ότι η Ελληνική είναι η μητρική τους γλώσσα ή την μιλούν άπταιστα σαν ντόπιοι όταν ρωτήθηκαν για το βαθμό γνώσης τους της Ελληνικής γλώσσας. Το 27,0% δήλωσαν ότι την μιλούν πάρα πολύ καλά, το 11,9% δήλωσαν ότι την μιλούν μέτρια ενώ το 5,7% δήλωσαν ότι μιλούν λίγο ή καθόλου Ελληνικά.
 
Το 28,2% των υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκτός Κυπρίων) ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν ότι μιλούν την Ελληνική γλώσσα λίγο ή καθόλου όταν ρωτήθηκαν για το βαθμό γνώσης τους της Ελληνικής γλώσσας. Το 25,7% δήλωσαν ότι την μιλούν μέτρια, το 24,6% δήλωσαν ότι η Ελληνική είναι η μητρική τους γλώσσα ή την μιλούν άπταιστα σαν ντόπιοι ενώ το 21,5% δήλωσαν ότι μιλούν πάρα πολύ καλά την Ελληνική.
 
Το 66,3% των υπηκόων τρίτων χωρών ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν ότι μιλούν την Ελληνική λίγο ή καθόλου όταν ρωτήθηκαν για το βαθμό γνώσης τους της Ελληνικής γλώσσας. Το 23,8% δήλωσαν ότι την μιλούν μέτρια, το 6,7% δήλωσαν ότι την μιλούν πάρα πολύ καλά ενώ το 3,2% δήλωσαν ότι η Ελληνική είναι η μητρική τους γλώσσα ή την μιλούν άπταιστα σαν ντόπιοι.
 
Το 72,6% των Κυπρίων ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν ότι δεν ήταν απαραίτητη η παρακολούθηση μαθημάτων Ελληνικής γλώσσας από την άφιξη τους στην Κύπρο μέχρι σήμερα. Το 19,4% δήλωσαν ότι παρακολούθησαν μαθήματα ενώ το 8,0% δήλωσαν ότι δεν παρακολούθησαν μαθήματα Ελληνικής γλώσσας για άλλους λόγους.
 
Το 51,3% των υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκτός Κυπρίων) ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν ότι δεν ήταν απαραίτητη η παρακολούθηση μαθημάτων Ελληνικής γλώσσας από την άφιξη τους στην Κύπρο μέχρι σήμερα. Το 36,2% δήλωσαν ότι δεν παρακολούθησαν μαθήματα για άλλους λόγους ενώ το 12,5% δήλωσαν ότι παρακολούθησαν μαθήματα Ελληνικής γλώσσας.
 
Το 58,9% των υπηκόων τρίτων χωρών ηλικίας 15 – 64 που γεννήθηκαν στο εξωτερικό δήλωσαν ότι δεν παρακολούθησαν μαθήματα Ελληνικής γλώσσας για άλλους λόγους από την άφιξη τους στην Κύπρο μέχρι σήμερα. Το 24,8% δήλωσαν ότι δεν ήταν απαραίτητο ενώ το 16,3% δήλωσαν ότι παρακολούθησαν μαθήματα Ελληνικής γλώσσας.
 
Μέθοδος εξεύρεσης τωρινής εργασίας
 
Το 47,3% των Κύπριων υπαλλήλων ηλικίας 15 – 64 που βρήκαν την τωρινή τους εργασία τα τελευταία 5 χρόνια όταν ρωτήθηκαν για τη μέθοδο που χρησιμοποίησαν για να βρούν την εργασία αυτή δήλωσαν ότι την βρήκαν μέσω συγγενών, φίλων ή άλλων γνωριμιών. Το 25,2% δήλωσαν ότι την βρήκαν με κατευθείαν αίτηση ή επικοινωνία με τον εργοδότη, το 12,6% δήλωσαν ότι την βρήκαν μέσω αγγελιών στο διαδίκτυο, στα περιοδικά, στις εφημερίδες ή μέσω άλλου μέσου μαζικής ενημέρωσης, το 6,3% δήλωσαν ότι ο εργοδότης επικοινώνησε μαζί τους ενώ το 3,2% δήλωσαν ότι την βρήκαν μέσω του επαρχιακού γραφείου εξευρέσεως εργασίας.
 
Το 59,3% των υπαλλήλων που είναι υπήκοοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εκτός Κυπρίων) ηλικίας 15 – 64 που βρήκαν την τωρινή τους εργασία τα τελευταία 5 χρόνια δήλωσαν ότι την βρήκαν μέσω συγγενών, φίλων ή άλλων γνωριμιών. Το 24,1% δήλωσαν ότι την βρήκαν με κατευθείαν αίτηση ή επικοινωνία με τον εργοδότη ενώ το 8,2% δήλωσαν ότι την βρήκαν μέσω αγγελιών στο διαδίκτυο, στα περιοδικά, στις εφημερίδες ή μέσω άλλου μέσου μαζικής ενημέρωσης.
 
Το 56,7% των υπαλλήλων που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών ηλικίας 15 – 64 και βρήκαν την τωρινή τους εργασία τα τελευταία 5 χρόνια δήλωσαν ότι την βρήκαν μέσω ιδιωτικού γραφείου εξευρέσεως εργασίας. Το 27,7% δήλωσαν ότι την βρήκαν μέσω συγγενών, φίλων ή άλλων γνωριμιών ενώ το 7,5% δήλωσαν ότι την βρήκαν με κατευθείαν αίτηση ή επικοινωνία με τον εργοδότη.
 
Πηγή: Newsit 
 
Οι πρόσφυγες της Κύπρου μπορούν να στηριχθούν από το ΕΤΣΕ
 
Η Κύπρος, η οποία έχει 200.000 προσφυγικό πληθυσμό, μπορεί να στηριχθεί από το Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων, το οποίο μπορεί να χρηματοδοτήσει τους πρόσφυγες στην Κύπρο για τη στέγασή τους, την επαναδραστηριοποίησή τους και την ανάπτυξή τους, είπε ο Ευρωβουλευτής Λευτέρης Χριστοφόρου (ΔΗ.ΣΥ. – Ε.Λ.Κ) σε παρέμβασή του στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου, κατά τη συζήτηση για την παράταση, μέχρι και το 2020, της λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων.
 
"Θεωρώ πολύ σημαντικό να τονίσω, αξιοποιώντας και την παρουσία του αρμόδιου Επιτρόπου κ. Katainen,  ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό αυτή η νέα πρωτοβουλία με την επέκταση του σχεδίου, αλλά και με την αναθεώρησή του, να επικεντρωθεί και σε μικρές χώρες, όπως η Κύπρος. Οι μικρές χώρες δεν είχαν τα εργαλεία και τα μέσα για να μπορέσουν αν ανταπεξέλθουν και να υποβάλουν συγκεκριμένες προτάσεις και να επωφεληθούν, μέχρι σήμερα, από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων", είπε.
 
Ο κ. Χριστοφόρου ανέφερε ότι "εάν, πραγματικά, υπήρξε μια τέτοια τεράστια απήχηση σε αυτό το σχέδιο, που για πρώτη φορά γίνεται κάτι ανάλογο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα να επωφεληθούν πέραν των 535.000 Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων της ΕΕ, αποτελεί πρόκληση και για τη δική μου χώρα, την Κύπρο, όπου υπάρχει αναγκαιότητα να αξιοποιηθεί το Ταμείο, στον Τομέα των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων”.
 
Συνεχίζοντας,  ο Κύπριος Ευρωβουλευτής είπε ότι "θεωρώ ότι πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες η διεύθυνση και η διοίκηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων για να υποβοηθήσει τη χώρα μου, η οποία έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει ενεργειακές υποδομές, έχει τη δυνατότητα να στηρίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται σε δύσκολη θέση κι έχουν ανάγκη χρηματοδότησης από το Ταμείο”.
 
Υπέδειξε στον Επίτροπο ότι υπάρχει δυνατότητα το Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων να στηρίξει και τον προσφυγικό κόσμο της Κύπρου, επισημαίνοντας ότι "υπήρξε σημαντική επισήμανση από εσάς κ. Katainen, όπου αναφέρατε τη Φινλανδία ως παράδειγμα χώρας της ΕΕ, όπου χρηματοδοτήθηκαν κοινωνικά έργα και κοινωνικά προγράμματα, πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Πιστεύω ότι η Κύπρος, η οποία έχει 200.000 προσφυγικό πληθυσμό, κατ’ ανάλογο τρόπο, μπορεί να στηριχθεί από το Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων".
 
"Μπορεί το Ταμείο να στηρίξει τους πρόσφυγες στην Κύπρο για τη Στέγασή τους, την Επαναδραστηριοποίησή τους και την Ανάπτυξή τους. Με αυτό τον τρόπο, θα δώσουμε ένα ισχυρό μήνυμα και ένα καλό παράδειγμα ότι αυτό το σχέδιο δεν είναι μόνο για μεγάλα έργα, αλλά προσφέρεται και για μικρομεσαίες επιχειρήσεις και για κοινωνικές υποδομές και για κοινωνικά έργα, όπως αυτά που θα αφορούν τους Πρόσφυγες της Κύπρου”, κατέληξε.
 
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ