Του Mohamed A. El-Erian

Αντί να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κρίση στην Καταλονία, η κεντρική κυβέρνηση της Ισπανίας έδειξε άθελά της στον κόσμο μια εικόνα του τι δεν θα έπρεπε να κάνει. Η απάνθρωπη αντίδραση στην επιθυμία της περιφέρειας για μεγαλύτερη αυτοδιάθεση ενίσχυσε -και δεν εξασθένισε- τους αυτονομιστές και συνέβαλε στη θλιβερή βία.

Εάν δεν υπάρξει κάποια αλλαγή προς μία κατεύθυνση που θα επιτρέψει στις δύο πλευρές να συμμετάσχουν σε έναν εποικοδομητικό διάλογο χωρίς "λίστα" προϋποθέσεων, θα καταστεί σχεδόν αδύνατο για την Ευρώπη - και θα πρέπει να καταστεί αδύνατο- να παραμείνει στο περιθώριο και να υποστηρίξει ξανά ότι η κρίση είναι απλώς μια "εσωτερική υπόθεση". Αυτό το αδιέξοδο απαιτεί τη διαμεσολάβηση ενός τρίτου μέρους, είτε από την Ευρώπη, είτε μέσω μιας ισορροπημένης διεθνούς προσπάθειας.

Μιλώντας εκ των υστέρων, η πιο λογική προσέγγιση για τη Μαδρίτη πριν από λίγες εβδομάδες θα ήταν να ακολουθήσει τον σωστό δρόμο και να επιδιώξει μία συμφωνία για το δημοψήφισμα στην Καταλονία – όπως έκανε και το Westminster με τη Σκωτία. Βέβαια, το συνταγματικό και νομικό πλαίσιο στην Ισπανία είναι πολύ πιο περίπλοκο από αυτό του Ηνωμένου Βασιλείου και θα απαιτούσε πολύ προσεκτικό χειρισμό. Από την αρχή, όμως, η ισπανική κυβέρνηση κατέστησε σαφές ότι δεν είχε την όρεξη να επιτύχει έναν πολιτικό συμβιβασμό για να διερευνήσει μια πιθανότητα συμφωνίας πάνω στα ζητήματα που είχαν επανειλημμένα τεθεί από την πλειοψηφία των Καταλανών.

Μόλις αποφασίστηκε μονομερώς το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου από τους Καταλανούς αξιωματούχους, η κεντρική κυβέρνηση είχε και πάλι την ευκαιρία να ακολουθήσει τον σωστό δρόμο. Θα μπορούσε να επιτρέψει στην περιοχή να διεξαγάγει το δημοψήφισμα και, ακόμη και αν μια μεγάλη προσέλευση έδινε ισχυρή στήριξη στην πλευρά που υποστηρίζει την ανεξαρτησία (μεγάλη στήριξη, με βάση τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων εκείνη την εποχή), να περιμένει να δει αν τα πολιτικά κόμματα στην περιφέρεια θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μια ενιαία προσέγγιση. Αντ' αυτού, η Μαδρίτη πήρε τον λάθος δρόμο, προσπαθώντας να καταστείλει το δημοψήφισμα και να περιπλέξει τις διαδικασίες που ακολουθούν του δημοψηφίσματος.

Ως αποτέλεσμα, η κατάσταση κλιμακώθηκε κι έφτασε στο σημερινό εύθραυστο και ταραχώδες κράτος.

Τόσο τα παραδοσιακά όσο και τα κοινωνικά μέσα κατακλύστηκαν από φωτογραφίες αστυνομικών επιθέσεων, γιαγιάδες να απομακρύνονται από τα εκλογικά κέντρα, Καταλανούς πυροσβέστες να δέχονται επίθεση από τους αστυνομικούς και εκατοντάδες χιλιάδες να διαδηλώνουν υπέρ και κατά του ζητήματος. Οι εικόνες καταπίεσης, ειδικότερα, έχουν ενισχύσει τη ρητορική υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας που βασίζεται στον πολιτισμό, τον άδικο καταμερισμό του οικονομικού φόρτου και τις απειλές της Μαδρίτης για την ανάκληση των δικαιωμάτων αυτονομίας, για τα οποία η Καταλονία έδωσε μάχη.

Η υπερβολική αντίδραση της κεντρικής κυβέρνησης έδωσε επίσης στους υπέρμαχους της απόσχισης μια δικαιολογία για τη χαμηλή (κάτω του 50%) προσέλευση στις κάλπες του δημοψηφίσματος. Με το 90% των ψηφοφόρων να ψηφίζουν υπέρ της ανεξαρτησίας και με τη Μαδρίτη να αρνείται να συζητήσει το ζήτημα χωρίς την επιβολή σειράς απαράδεκτων προϋποθέσεων, δόθηκε στον Carles Puigdemont, τον "κατά λάθος" πρόεδρο της κυβέρνησης της Καταλονίας, η τέλεια δικαιολογία για μια μονομερή κίνηση προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας αυτή την εβδομάδα.

Ασφαλώς, αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλοί πολιτικοί του έθνους παρακολουθούν την κατάσταση με αυξημένη ανησυχία, ενώ αναδεικνύουν τη σημασία της συνταγματικής κυριαρχίας της Ισπανίας. Οι επιπτώσεις από μια κακοδιαχείριση του ζητήματος της Καταλονίας θα ήταν απρόβλεπτες. Θα μπορούσαν να κυμανθούν από έναν ακόμα πολιτικό περισπασμό στην Ευρώπη που θα καθυστερήσει για άλλη μια φορά τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, έως το να παράσχουν στήριξη και σε άλλα αποσχιστικά κινήματα, ενώ ταυτόχρονα θα ενθαρρύνουν τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης να αμφισβητήσουν περισσότερο τις κατακτήσεις της Δυτικής Ευρώπης. Αλλά με το να μείνει αμέτοχη, η Ευρώπη ακούσια ενίσχυσε τα λάθη της Μαδρίτης.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας των παιγνίων θα μπορούσαν εύκολα να εκτιμήσουν αυτή την κατάσταση ως μια κακή διαχείριση και με ολοένα λιγότερη συνάρτηση- δηλαδή, ένα "συνεργατικό παιχνίδι" που παίζεται χωρίς συνεργασία. Η δυσπιστία και οι απειλές είναι πλέον ο κανόνας. Επιπλέον, δεδομένου ό,τι έχει συμβεί μέχρι στιγμής, κανένα μεμονωμένο κόμμα δεν μπορεί να γυρίσει πίσω τον χρόνο και κανένας δεν μπορεί να επιβάλει έναν ομαλό και βιώσιμο βηματισμό προς τα εμπρός. Ωστόσο, η διατήρηση του status quo είναι επίσης αδύνατη.

Αντί για τον τρέχοντα "διάλογο κωφών", ένα καλύτερο αποτέλεσμα απαιτεί από τα κυρίαρχα κόμματα να συμμετάσχουν σε μια αξιόπιστη και εποικοδομητική διαπραγμάτευση. Με την ενεργό συμμετοχή μιας ομάδας ευρωπαϊκών μεσολαβητών, υποστηριζόμενη κατά προτίμηση από διεθνείς συμμετέχοντες, οι Καταλανοί και οι Ισπανοί αξιωματούχοι πρέπει να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με ανοιχτό μυαλό και χωρίς προϋποθέσεις. Όσο περισσότερο καθυστερεί μια συνεργατική διαδικασία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος μεγαλύτερης καταστροφής, ακόμη και αν η απειλή για ξεσπάσματα βίας είναι ήδη πολύ υψηλή για να αγνοηθεί.