Του Ferdinando Giugliano

"Ιδού ο πιο σημαντικός ευρωπαϊκός οργανισμός που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ακούσει ποτέ -και δεν θα ακούσουν γι 'αυτόν μέχρι να χτυπήσει μια κρίση. Αλλά είναι έτοιμος;

Αυτές ήταν οι σκέψεις μου καθώς παρακολουθούσα το δεύτερο ετήσιο συνέδριο που πραγματοποίησε ο Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης (ΕΜΕ) στις Βρυξέλλες την περασμένη Παρασκευή. Ο οργανισμός αυτός, που συστάθηκε το 2015 ως μέρος της επονομαζόμενης "τραπεζικής ένωσης", έχει την εξουσία να εκκαθαρίσει μία μεσαίου ή μεγάλου μεγέθους τράπεζα στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κρίνει ότι αυτή καταρρέει ή είναι πιθανό να καταρρεύσει. Η λογική είναι να μην έχουν πλέον τη δυνατότητα οι εθνικές εποπτικές αρχές να "τραβούν τις πρίζες" των προβληματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς ενδέχεται να έχουν κίνητρο να καθυστερήσουν την απόφαση -όπως το να αποκρύψουν ότι απέτυχαν στο παρελθόν να εποπτεύσουν την τράπεζα.

Ο ΕΜΕ αντιμετώπισε φέτος την πρώτο του μεγάλη δοκιμασία, όταν διέκοψε τη λειτουργία της ισπανικής τράπεζας Banco Popular,  επιβάλλοντας ζημιές στους μετόχους και τους ομολογιούχους χαμηλής εξασφάλισης και πουλώντας την τράπεζα στην ανταγωνίστρια Banco Santander αντί του συμβολικού ποσού του 1 ευρώ. Η διάσωση χαιρετίστηκε ως επιτυχία, καθώς γλίτωσε τους φορολογούμενους από τις απώλειες και δεν επέφερε καμία σημαντική μετάδοση της κρίσης. Ωστόσο, ο ΕΜΕ στάθηκε και τυχερός: βρέθηκε ένας πρόθυμος αγοραστής, έτοιμος να παρέμβει ακριβώς την στιγμή που η Popular βρέθηκε αντιμέτωπη με μεγάλη εκροή κεφαλαίων. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι αυτό θα συμβεί ξανά στο μέλλον. 

Επομένως, η εκκαθάριση της Banco Popular δεν δίνει απάντηση σε όλες τις αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα του ΕΜΕ να διαχειρίζεται μια κρίση. Υπάρχουν τρία ερωτήματα που μένει να απαντηθούν. Πρώτον, μπορεί ο ΕΜΕ να χειριστεί μια άτακτη χρεοκοπία τράπεζας; Δεύτερον, μπορεί να βρει επαρκή ρευστότητα όταν η αγορά δεν είναι πρόθυμη να την παράσχει; Τρίτον, μπορεί να το κάνει με δίκαιο τρόπο, ειδικά όσον αφορά τις πολιτικά ευαίσθητες μεσαίου μεγέθους τράπεζες; Σε όλους αυτούς τους τομείς, υπάρχουν λόγοι ανησυχίας.

Θεωρητικά, ο ΕΜΕ θα πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους για να εξαγοράσει μια τράπεζα και στη συνέχεια να την "δημοπρατήσει" (ή τμήματα της) σε πρόθυμο αγοραστή. Το πρόβλημα είναι ότι το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης, το όχημα χρηματοδότησης του ΕΜΕ, θα έχει κεφαλαιοποίηση μόλις 55 δισ. ευρώ. Δεν είναι ξεκάθαρο ότι αυτό θα είναι αρκετό εάν μια ομάδα μεγαλύτερων τραπεζών αντιμετωπίσει προβλήματα.

Φυσικά, θεωρητικά δεν υπάρχει ανάγκη χρήσης του ταμείου. Ο ΕΜΕ πρέπει πρώτα να επιβάλει ζημιές στους μετόχους και τους κατόχους ομολόγων. Για το λόγο αυτό, πρέπει να εγγυάται ότι υπάρχουν επαρκείς τίτλοι η αξία των οποίων μπορεί να διαγραφεί ούτως ώστε να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα. Η επικείμενη δημιουργία ενός "μαξιλαριού" -οι αποκαλούμενες "ελάχιστες απαιτήσεις για επιλέξιμες υποχρεώσεις και ίδια κεφάλαια" (MREL) – απαντά στο πρόβλημα αυτό. Δυστυχώς, το τραπεζικό λόμπι, ιδίως από χώρες με πιο αδύναμες τράπεζες, όπως η Ιταλία, ζητά ήδη να καταργηθούν αυτοί οι νέοι κανόνες. Ο ΕΜΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να επιμείνουν, ακόμη και αν οι εθνικές κυβερνήσεις ασκήσουν πίεση για λογαριασμό των τραπεζών.

Η ικανότητα του ΕΜΕ να χειριστεί την κατάρρευση μιας τράπεζας εξαρτάται επίσης από το αν είναι σε θέση να πείσει τους επενδυτές ότι πρέπει να συνεχίσουν να παρέχουν ρευστότητα. Αυτό συνέβη με την Banco Popular, αλλά ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις όπου οι επενδυτές θα επιλέξουν να στερήσουν τη χρηματοδότηση από το νέο ίδρυμα. Εκεί, η μόνη επιλογή για τον ΕΜΕ θα ήταν να χτυπήσει στην πόρτα της ΕΚΤ και να ζητήσει κεφάλαια. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι η ΕΚΤ, η οποία θα έχει επίγνωση του ηθικού κινδύνου, θα συναινέσει. Ο κίνδυνος είναι μια άτακτη χρεοκοπία, η οποία θα έβλαπτε σοβαρά την αξιοπιστία του μηχανισμού.

Ο Klaas Knot, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ολλανδίας, περιέγραψε σε ομιλία του τις προϋποθέσεις που θεωρεί απαραίτητες ώστε μια τράπεζα να έχει πρόσβαση στη ρευστότητα της ΕΚΤ. Για αρχή, υποστήριξε, η τράπεζα πρέπει να θεωρείται φερέγγυα: έτσι δεν θα χρειαστεί το "καλό" χρήμα να διατεθεί για το "κακό". Δεύτερον, πρέπει να διαθέτει αρκετά περιουσιακά στοιχεία επαρκούς ποιότητας, που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εγγύηση για την κεντρική τράπεζα. Ενώ μια τράπεζα που έχει εκκαθαριστεί, εξ ορισμού, θα έχει αρκετά κεφάλαια, δεν είναι καθόλου προφανές ότι θα έχει αρκετή ασφάλεια. Στην πραγματικότητα, μια προβληματική τράπεζα θα έχει χρησιμοποιήσει κατά πάσα πιθανότητα πολλά από τα καλύτερα περιουσιακά της στοιχεία για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της κρίσης. "Μην ξεχνάτε τη χρηματοδότηση κατά την εκκαθάριση", δήλωσε ο Knot, προσθέτοντας ότι το θέμα αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα -ένα σαφές μήνυμα προς τον ΕΜΕ να μην καθυστερεί πολύ προτού διακόψει τη λειτουργία μιας τράπεζας.

Το τρίτο ζήτημα αφορά την αντιμετώπιση των μεσαίου μεγέθους τραπεζών. Εδώ, οι προηγούμενες ενέργειες του ΕΜΕ προσφέρουν κάποια καθοδήγηση. Δυστυχώς, δεν είναι ενθαρρυντική. Λίγο μετά την εκκαθάριση της Banco Popular, ο ΕΜΕ επέλεξε να μην παρέμβει στις περιπτώσεις των Banco Popolare di Vicenza και Veneto Banca, παρόλο που οι τράπεζες αυτές είναι αρκετά μεγάλες ώστε να εμπίπτουν στην άμεση εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η απόφαση έγειρε ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσον ο ΕΜΕ ακολούθησε αυτή την πορεία για να επιτρέψει στις δύο τράπεζες να ρευστοποιηθούν σύμφωνα με τις διαδικασίες που ακολουθεί η Ιταλία. Η Intesa Sanpaolo, ανταγωνίστρια τράπεζα, κατάφερε να μαζέψει τα καλά περιουσιακά στοιχεία των δύο τραπεζών και να λάβει μια ισχυρή επιδότηση από την ιταλική κυβέρνηση. Το πιο σημαντικό ήταν, όμως, ότι οι ομολογιούχοι υψηλής εξασφάλισης δεν ζημιώθηκαν -ένας βασικός στόχος των ιταλικών αρχών που φοβούνταν το πολιτικό ατύχημα από ένα οδυνηρό bail-in.

Η πρόεδρος του ΕΜΕ, Elke Koenig, απορρίπτει την άποψη ότι ο μηχανισμός θα πρέπει να δημοσιεύσει μια λίστα των τραπεζών που δύναται να εκκαθαρίσει προκειμένου να δώσει στους επενδυτές μεγαλύτερη σαφήνεια. Υπερασπίζεται την απόφαση που έλαβε ο οργανισμός για τις βενετσιάνικες τράπεζες, λέγοντας ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία είχαν συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν ήταν πλέον επιλέξιμα για εκκαθάριση. Ωστόσο, τα λόγια της ενδέχεται να μην αρκούν για να αμβλύνουν τις ανησυχίες των επενδυτών που πιστεύουν ότι υπάρχει κάποια αυθαιρεσία στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ΕΜΕ. Για έναν τέτοιο φρέσκο οργανισμό, αυτή είναι μια πραγματική και ανησυχητική πρόκληση.