Του Ferdinando Giugliano

Τα αυτιά μας έχουν συνηθίσει τόσο πολύ στις αρνητικές οικονομικές ειδήσεις από την Ιταλία που λίγοι έχουν παρατηρήσει ότι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης δείχνει να στέκεται ξανά στα πόδια της. Αυτό έχει ωφελήσει ορισμένους μέσω της δημιουργίας θέσεων εργασίας, αλλά κρίνεται επίσης σημαντικό για το μέλλον της Ευρωζώνης καθώς υπονομεύει μια σημαντική πεποίθηση των ευρωσκεπτικιστών: ότι το ενιαίο νόμισμα είναι μια θηλιά γύρω από το λαιμό του φημισμένου κλάδου εξαγωγών της Ιταλίας.

Η ιταλική κυβέρνηση πρόσφατα αναβάθμισε τις προβλέψεις της για το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας το 2017 σε 1,5%, από 1,1% τον Απρίλιο. Η οικονομία αναμένεται να επεκταθεί με παρόμοιο ρυθμό τα επόμενα δύο χρόνια, που είναι ταχύτερο από αυτό που ανέμενε η κυβέρνηση μόλις πριν από πέντε μήνες.

Κύριος μοχλός αυτής της ανάπτυξης είναι οι εξαγωγές. Το υπουργείο Οικονομικών προβλέπει τώρα ότι θα αυξηθούν κατά 4,8% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, από 3,7% που ανέμενε τον Απρίλιο. Ενώ οι εισαγωγές αυξάνονται επίσης ταχύτερα από τις προβλέψεις, οι εξαγωγικές πωλήσεις φέρνουν μετρητά από το εξωτερικό, γεγονός που βοηθά την εγχώρια κατανάλωση να αναπτυχθεί με υγιή ρυθμό. Το πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ιταλίας αναμένεται να διογκωθεί φέτος στο 2,4% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, έναντι ελλείμματος 3% το 2011.

Η παγκόσμια ανάκαμψη και το διεθνές εμπόριο έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στην ανάκαμψη αυτή. Αλλά συμβαίνει και κάτι άλλο: οι ιταλικές εταιρείες μαθαίνουν να είναι ανταγωνιστικές εντός των περιορισμών μιας σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Μια νέα έκθεση μιας ομάδας ερευνητών της Τράπεζας της Ιταλίας δείχνει ότι το παγκόσμιο μερίδιο αγοράς της Ιταλίας κατέρρευσε κατά την πρώτη δεκαετία από όταν οι εγχώριες συναλλαγματικές ισοτιμίες προσδέθηκαν στο ευρώ το 1998, αλλά τώρα σταθεροποιούνται. Στο διάστημα μεταξύ της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος και της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι Ιταλοί εξαγωγείς αγαθών υπέφεραν αφενός από τον ανταγωνισμό από τις αναδυόμενες αγορές των χαμηλών μισθών, όπως η Κίνα, αφετέρου από τις εγχώριες τιμές που αυξάνονταν ταχύτερα από ό,τι σε άλλα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης υπό τη νέα σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία. Οι μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, που αποτελούν το θεμέλιο της ιταλικής οικονομίας, ήταν ιδιαίτερα αργές στην προσαρμογή. Απέτυχαν να επεκταθούν σε ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές και να μετακινηθούν σε προϊόντα υψηλότερης ποιότητας που θα τους επέτρεπαν να σταματήσουν να ανταγωνίζονται στην τιμή.

Από την αρχή αυτής της δεκαετίας, ωστόσο, η Ιταλία έχει αρχίσει να αντιστρέφει το ρεύμα. Η οικονομία εξειδικεύεται ολοένα και περισσότερο σε τομείς, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα, που δεν σφυροκοπούνται από τον κινεζικό ανταγωνισμό. Δίνεται επίσης μεγαλύτερη έμφαση σε αγαθά, όπως τρόφιμα και ποτά, όπου η Ιταλία μπορεί να διαφοροποιηθεί με όχημα το εμπορικό σήμα και τη φήμη της, ανεξάρτητα από την τιμή. Τέλος, οι εσωτερικοί μισθοί και οι τιμές αυξάνονται κάπως πιο αργά από ό, τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρέχοντας μια μικρή ανταγωνιστική ώθηση.

Ένα καλό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης είναι αυτό που συνέβη με τη Diadora, μια εταιρεία που φτιάχνει αθλητικά παπούτσια. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, η Diadora ήταν παγκόσμιος ηγέτης στην παραγωγή παπουτσιών τένις, υποστηρίζοντας ακόμη και τον επί πέντε φορές πρωταθλητή του Wimbledon, Bjorn Borg. Ο Marco Bettiol, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία οπισθοχώρησε τη δεκαετία του 2000, υπό τον ανταγωνισμό των φτηνότερων κινεζικών προϊόντων. Η Diadora έχει έκτοτε επιστρέψει: Το 2009, πέρασε στα χέρια ενός νέου ιδιοκτήτη, ανέκτησε μέρος της παραγωγής και επέστρεψε στην παραγωγή υποδημάτων υψηλής ποιότητας. Το στοίχημα, το οποίο φαίνεται να αποδίδει, είναι ότι οι πελάτες έλκονται από τα "Made in Italy" προϊόντα, ακόμη και αν αυτά είναι πολύ πιο ακριβά.

Η βελτιωμένη ανταγωνιστικότητα της Ιταλίας είναι σημαντική όχι μόνο για τις εταιρείες της, αλλά και για τη σταθερότητα της ευρωζώνης. Πριν από τη δημιουργία της νομισματικής ένωσης, το οικονομικό μοντέλο της Ιταλίας στηριζόταν στην ανταγωνιστική υποτίμηση -εκτύπωση περισσότερων λιρών ούτως ώστε να καταστούν φθηνότερες οι ιταλικές εξαγωγές- γεγονός που βοηθούσε την Ιταλία να πωλεί αγαθά και υπηρεσίες στο εξωτερικό, ακόμη και με το τίμημα του υψηλότερου πληθωρισμού. Ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, όπως η Λίγκα του Βορρά και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, έχουν εδώ και καιρό υποστηρίξει ότι η συναλλαγματική ισοτιμία της Ιταλίας είναι υπερτιμημένη και ότι η επιστροφή στη λίρα είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας. Η εμπειρία των τελευταίων δύο ετών δύσκολα δικαιολογεί αυτή την αξίωση. Δεν προκαλεί απορία που τα ίδια τα κόμματα εμφανίζονται πολύ λιγότερο σίγουρα για τον ευρωσκεπτικισμό τους.

Το πρόβλημα με τη νέα στρατηγική της Ιταλίας είναι ότι μπορεί να μην διαρκέσει. Ερευνητές της Banca d'Italia προειδοποιούν ότι υπάρχει όριο στην αργή αύξηση των μισθών και την υψηλότερη ποιότητα που μπορούν να επιτευχθούν απουσία μιας σταθερής αναζωογόνησης της παραγωγικότητας. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας της Ιταλίας τις τελευταίες δυόμισι δεκαετίες υπήρξε αχανής και ενώ η ανάκαμψη συμβάλλει στην τόνωση της απασχόλησης, τα κέρδη από την αποτελεσματικότητα παραμένουν σε γενικές γραμμές περιορισμένα.

Ένας τρόπος για να γίνει πιο παραγωγική η Ιταλία θα ήταν να αυξήσει το επίπεδο των επενδύσεων, οι οποίες υποχώρησαν εξαιτίας της κρίσης. Πέρυσι, η Ρώμη "εξαπέλυσε" μια σειρά φορολογικών ελαφρύνσεων για επιχειρήσεις που αγοράζουν νέο εξοπλισμό. Η αρχική αντίδραση ήταν απογοητευτική, καθώς οι επενδύσεις σε μηχανήματα και Ε&Α μειώθηκαν το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2016. Ωστόσο, η πιο πρόσφατη έρευνα της Τράπεζας της Ιταλίας, σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, δείχνει ότι τα "ζωώδη ένστικτα" ενδέχεται να επιστρέφουν: περισσότερες από το ένα τρίτο των εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα επιθυμούν να αυξήσουν τις επενδύσεις τους σε σχέση με πέρυσι. Μόνο το 15% επιθυμεί να τις περιορίσει. Συνεπώς, η κυβέρνηση θα πρέπει να διατηρήσει τις φοροαπαλλαγές, καθώς μπορεί να αποδειχθούν πιο αποτελεσματικές τώρα που η ανάκαμψη βρίσκεται σε εξέλιξη.

Όμως, οι ιταλικές επιχειρήσεις χρειάζονται πολύ περισσότερα πέρα από τα φορολογικά κίνητρα για να αισθανθούν σιγουριά να επενδύσουν. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ κατέταξε πρόσφατα την Ιταλία στην 43η θέση ως προς την ανταγωνιστικότητα, επισημαίνοντας τα προβλήματα γύρω από την ποιότητα των θεσμών, την αγορά εργασίας και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η Ιταλία κατευθύνεται στις κάλπες την άνοιξη: είναι μια ευκαιρία για τα σοβαρά πολιτικά κόμματα να συζητήσουν λύσεις για αυτά τα προβλήματα και να εγκαταλείψουν το παλιό "γιατροσόφι" ότι η Ιταλία χρειάζεται μια φτηνή λίρα και όχι ένα ισχυρό ευρώ για να ευημερήσει. Όπως έδειξαν τα τελευταία δύο χρόνια, η Ιταλία δεν χρειάζεται να αφήσει τη ζώνη του ευρώ για να λάμψει. Η ευημερία της εξαρτάται από τις επιλογές των ηγετών της.