του John R. Reni

Την ώρα που δημοσιευόταν αυτό το άρθρο, η άσκηση Japan 2017 έφτανε στο τέλος της στη Λευκορωσία, στο Καλίνινγκραντ, στη Βαλτική Θάλασσα και στη Δυτική Ρωσία. Η μεγάλη άσκηση έλαβε χώρα στη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας, με κάποιους ελιγμούς να λαμβάνουν χώρα περίπου 100 χλμ στα ρωσικά σύνορα με την Εσθονία. Παρά τη διαφωνία για τον ακριβή αριθμό των στρατευμάτων που συμμετείχαν και τις ανησυχίες για το εάν η Μόσχα θα αφήσει κάποιο τμήμα των ρωσικών δυνάμεων στη Λευκορωσία αφού τελειώσει η άσκηση, η Μόσχα έχει ξεκάθαρα πετύχει σημαντικά στρατηγικά αποτελέσματα. Η κάλυψη από τα ΜΜΕ της έκτασης του συμβάντος, το σενάριο της άσκησης και το φάσμα των δυνατοτήτων που παρουσιάστηκαν, έχουν σίγουρα πείσει το Κρεμλίνο ότι έχει μεταφερθεί ένα ισχυρό αποτρεπτικό σήμα στη Δύση. Το ερώτημα στο οποίο το ΝΑΤΟ θα πρέπει να απαντήσει μόνο του είναι εάν έχει ή μπορεί να πετύχει ένα παρόμοιο αποτρεπτικό αποτέλεσμα στη Μόσχα.

Ασφαλώς, είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς το μυαλό του Putin και των στρατηγών του. Παρόλα αυτά, η συμμαχία μπορεί πιθανώς να αισθάνεται σίγουρη ότι έχει πετύχει κάποια αποτρεπτική δράση μέσω της ρητορικής, μέσω της συμμαχικής αλληλεγγύης -μάρτυρας τα πολλά μέλη της συμμαχίας που συμμετείχαν στην πρωτοβουλία ενισχυμένης παρουσίας (EFP)- και μέσω των ικανοτήτων που επιδείχθηκαν σε μια ευρεία ποικιλία πολλών μικρών και μεσαίων ασκήσεων.

Ένας τομέας στον οποίο η Δύση έχει δυσκολευτεί ωστόσο, είναι να παρουσιάσει δυνατότητες παρόμοιες με αυτές της Zapas 2017. Δηλαδή, να αναπτύξει μεγάλης κλίμακας πολεμική δύναμη από όλη την ήπειρο και πέρα από τον Ατλαντικό, για να πετύχει στόχους τακτικής, επιχειρησιακούς, στρατηγικούς και να διεξάγει ασκήσεις με πραγματικά πυρά και ελιγμούς. Η διοργάνωση μιας τόσο μεγάλης άσκησης είναι περιοδικά απαραίτητη, όχι μόνο επειδή η συμμαχία έχει δει την ικανότητά της να εκπαιδεύει και να αγωνίζεται, να ατροφεί, αλλά και λόγω του αδιαμφισβήτητα αποτρεπτικού μηνύματος προς τη Μόσχα.

Στη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ το 2014 στην Ουαλία, η συμμαχία συμφώνησε να διεξάγει περιοδικά μια μεγάλη άσκηση, ξεκινώντας από το 2015. Αυτό το γεγονός -Trident Juncture 2015- έλαβε χώρα τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο του 2015, και φιλοξενήθηκε από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία. Τον επόμενο χρόνο, η επανάληψη του 2018 θα φιλοξενηθεί από τη Νορβηγία. Ήταν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά είναι ανεπαρκές για διαφόρους λόγους.

Πρώτον, η Trident Juncture 2015 δεν ήταν αρκετά μεγάλη. Παρόλο που φέρεται να συμμετείχαν περίπου 30.000 συμμαχικά στρατεύματα, η άσκηση ήταν ουσιαστικά ένα συμβάν ενός επιπέδου. Εάν η Δύση επρόκειτο να επιστρέψει τμήμα γης στη Βαλτική, θα ήταν απαραίτητος ένας σημαντικά μεγαλύτερος αριθμός στρατιωτών από απλώς 10.000-12.000. Αντιθέτως, το ΝΑΤΟ θα πρέπει να εκπαιδεύεται καθώς θα πολεμούσε στα πιο καταστροφικά σενάρια -που σημαίνει μάχες σώμα με σώμα και με όλα τα σώματα. Και θα πρέπει να συμπεριληφθούν και οι ΗΠΑ, αναπτύσσοντας στρατιωτικές δυνάμεις σε όλο τον Ατλαντικό.

Δεύτερον, η Trident Juncture δεν είναι αρκετά συχνή. Η Ρωσία διεξάγει μια στρατηγικού επιπέδου άσκηση κάθε χρόνο, εκ περιτροπής σε τέσσερις περιοχές (δυτικά, ανατολικά, νοτιοδυτικά και νότια-κεντρικά), ως εκ τούτου διασφαλίζοντας ότι οι δυνάμεις της είναι έτοιμες για μια στρατηγικού επιπέδου πρόκληση από σχεδόν κάθε κατεύθυνση. Το ΝΑΤΟ χρειάζεται μόνο να ανησυχεί για μια στρατηγικού επιπέδου πρόκληση από μία μόνο κατεύθυνση, δηλαδή τη Ρωσία, και την σκόπιμη παραβίαση των ευρωπαϊκών κανόνων από την ίδια. Ωστόσο, το να κάνει ασκήσει μία φορά στα τρία χρόνια για μια τέτοια πρόκληση, δεν είναι αρκετό για να αναπτυχθούν οι απαραίτητες δεξιότητες. Αντιθέτως, το ΝΑΤΟ οφείλει να διεξάγει κάθε δύο χρόνια μία άσκηση σώμα με σώμα.

Τέλος, η Trident Juncture δεν είναι αρκετά περίπλοκη. Δηλαδή, τα σενάρια και τα γεγονότα που αντιμετωπίζονται από τους συμμετέχοντες στην άσκηση δεν είναι πάντα ρεαλιστικά ή δεν αντανακλούν τις πραγματικές προκλήσεις που είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν εναντίον ενός αντιπάλου σαν τη Ρωσία, που να αναπτύσσει προηγμένα συστήματα και τεχνικές μεγάλης εμβέλειας. Για παράδειγμα, οι ασκήσεις του ΝΑΤΟ οφείλουν να περιλαμβάνουν καθυστερημένη λήψη αποφάσεων από τη NAC, την απώλεια της δορυφορικής επικοινωνίας, επιθέσεις σε κρίσιμους κόμβους με πυροβολικό, drones, και πυραύλους κρουζ, το μπλοκάρισμα του σήματος GPS, και την απώλεια εμπορικής ισχύος, δικτύων κινητής και άλλων κρίσιμων υποδομών. Ίσως εξίσου σημαντικό, οι επιτυχημένες αντιδράσεις σε αυτά τα πιο προβληματικά σενάρια ασκήσεων πρέπει να επικοινωνούνται στη Μόσχα, μετά την άσκηση, έτσι ώστε να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη του Κρεμλίνου στην ικανότητά του να εκμεταλλεύεται τα λεγόμενα ασύμμετρα πλεονεκτήματα.

Η διεξαγωγή ασκήσεων με διάφορα σώματα στρατού κάθε δύο χρόνια, αναμφίβολα θα προκαλέσει πόνο εντός της συμμαχίας για διάφορους λόγους. Για παράδειγμα, είναι βέβαιο ότι θα απαιτήσει περισσότερους πόρους, κάτι που ίσως να είναι δύσκολο για ορισμένους συμμάχους να το καταπιούν. Δεύτερον, θα απατήσει μια αλλαγή στο outlook από το ΝΑΤΟ και ειδικά από την Allied Command Transformation (ACT). Η ACT είναι υπεύθυνη για την εκπαίδευση, και σε μεγάλο βαθμό εστιάζει στην προετοιμασία της Δύναμης Ανταπόκρισης του ΝΑΤΟ (NRF), όχι στην οργάνωση ή εφαρμογή μεγαλύτερης κλίμακας ασκήσεων. Τέλος, αυτό μπορεί να απαιτήσει μία αλλαγή στο πώς η συμμαχία αντιλαμβάνεται τις επιχειρησιακές της απαιτήσεις ή ποιο είναι το επίπεδο φιλοδοξίας του ΝΑΤΟ.

Παρά τα εμπόδια αυτά, υπάρχουν σημαντικά οφέλη που θα επιτευχθούν με τη διεξαγωγή τέτοιων δραστηριοτήτων κάθε δύο χρόνια. Το πιο σημαντικό, η συμμαχία θα ενισχύσει τις χαμένες ικανότητες μάχης. Οποιαδήποτε σοβαρή απειλή από τη Ρωσία θα χρειαστεί να αντιμετωπιστεί με τεράστια νούμερα συμμαχικών στρατευμάτων και θα απαιτήσει όλη την εφευρετικότητα και την πρωτοβουλία που διαφοροποιεί τους Δυτικούς στρατιωτικούς από τους υπόλοιπους. Η διεξαγωγή μιας άσκησης που θα περιλαμβάνει πολλά σώματα στρατού κάθε δύο χρόνια, θα προχωρούσε πολύ στο να δημιουργήσει επάρκεια των συμμαχικών δυνάμεων στο επίπεδο που είναι απαραίτητο για να αντιμετωπιστεί η Ρωσία.

Επιπλέον, μία τεράστια άσκηση με μεγάλη συμμετοχή σωμάτων από το ΝΑΤΟ θα καθησυχάσει τα κράτη-μέλη της συμμαχίας και τους πολίτες τους. Πέρυσι, δημοσιεύματα περιέγραφαν την ανικανότητα του ΝΑΤΟ να υπερασπιστεί επαρκώς τα πιο ευάλωτα κράτη-μέλη του από μια συντονισμένη ρωσική επίθεση, υπονομεύοντας σημαντικά την εμπιστοσύνη -και πιθανώς ενισχύοντας την εμπιστοσύνη του Κρεμλίνου. Το ΝΑΤΟ Πρέπει να το αντιμετωπίσει αυτό.

Τέλος, όπως η Zapad 2017 έχει γίνει έναντι δυτικών ακροατηρίων, μια αντίστοιχη άσκηση του ΝΑΤΟ θα έστελνε ένα ξεκάθαρο αποτρεπτικό μήνυμα στη Ρωσία. Θα σηματοδοτούσε πως οποιαδήποτε προσπάθεια από τη Μόσχα να βάλει τη συμμαχία σε τετελεσμένο γεγονός μέσω μιας γρήγορης σύγκρουσης στη Βαλτική ή σε κάποιο μέρος της, θα αντιμετωπιζόταν με μια ταχεία και συντριπτική απάντηση.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://carnegieeurope.eu/strategiceurope/73184?lang=en