Η Μorgan Stanley ανησυχούσε εδώ και καιρό ιδιαίτερα για το ενδεχόμενο διόρθωσης στα χρηματιστήρια, δηλαδή για μια κίνηση έως και 10%, όπως έχει επισημάνει και σε προηγούμενες εκθέσεις της. Φοβόταν, όπως τονίζει, ότι η απόδοση του Ιανουαρίου του S&P 500, που έφτασε το 21,5%, έδειξε ότι οι επενδυτές είχαν περάσει σε επίπεδα ευφορίας ενώ οι μακροοικονομικοί δείκτες ήταν σε πολυετή υψηλά όπως και πολλά στοιχεία από το μέτωπο της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Όχι μόνο δεν είχαν υποχωρήσει οι αγορές πάνω από 3% για 16 ολόκληρους μήνες, αλλά η μεταβλητότητα σε μετοχές, ομόλογα και νομίσματα ήταν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Επιπλέον, οι τοποθετήσεις των επενδυτών ήταν εξαιρετικά bullish, οι τεχνικοί δείκτες όπως το put/call spread των options ήταν εξαιρετικά bullish επίσης, ενώ και οι δείκτες οικονομικών συνθηκών επιβεβαίωναν την αισιοδοξία.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι αποτιμήσεις μετοχών είχαν γίνει πολύ ακριβές: Το risk premium το οποίο κυμαινόταν στις 320 έως τις 380 μονάδες για το μεγαλύτερο μέρος του 2017,κινήθηκε προς 240 μονάδες βάσης

Τι ήταν αυτό που προκάλεσε τελικά τη διόρθωση; Κατά την άποψη της Morgan Stanley, ήταν ταχύτατη κίνηση των αποδόσεων των αμερικάνικων ομολόγων προς το 2,85% από 2,40% λόγω των αυξανόμενων πληθωριστικών προσδοκιών, του ασθενέστερου δολαρίου, του δημοσιονομικού ελλείμματος των ΗΠΑ και  του φόβου ενός εμπορικού πολέμου. Μετά ήρθαν και τα στοιχεία για την απασχόληση στις ΗΠΑ και αυτό ήταν που ενεργοποίησε το κουμπί της αλλαγής του κλίματος με τους επενδυτές να εκτιμούν ότι η Federal Reserve θα γίνει πιο επιθετική, πιέζοντας τα επιτόκια και δημιουργώντας έτσι αρνητικές επιπτώσεις για τις μετοχές και τα ομόλογα, εκτινάσσοντας τον δείκτη VIX της μεταβλητότητας στις 50 μονάδες, πέντε φορές υψηλότερα από τα επίπεδα του Ιανουαρίου.

Σύμφωνα με την Morgan Stanley, η διόρθωση επιδεινώθηκε από τρεις παράγοντες που κατέληξαν να χαρακτηρίσουν αυτόν τον κύκλο της αγοράς: την κυριαρχία των αλγοριθμικών συναλλαγών η οποία αντιπροσωπεύει περίπου τα 2/3 τρίτα του συνόλου του ημερήσιου όγκου συναλλαγών, την παρουσία προϊόντων χαμηλής μεταβλητότητας ή στρατηγικών "risk parity", και την αυξανόμενη κυριαρχία των ETFs.

H Morgan Stanley σημειώνει ότι έχει αυξανόμενα εποικοδομητική στάση για τις μετοχές και συνεχίζει να βλέπει τον δείκτη S&P 500 στις 3.000 μονάδες μέσα στο επόμενο 12άμηνο. Αυτή η διόρθωση δεν προκλήθηκε λόγω των φόβων για την οικονομία, μιας βουτιάς των προοπτικών για τα εταιρικά κέρδη ή ένα εξωτερικό ή γεωπολιτικό γεγονός. Ιστορικά, οι ετήσιες υποχωρήσεις σε μέσο όρο στο χρηματιστήριο αγγίζουν 10%. Είναι σημαντικό ότι τα τελευταία 50 χρόνια υπήρξαν περίπου 35 διορθώσεις της τάξης του 10% τουλάχιστον και στο 75% των περιπτώσεων, οι αγορές κινήθηκαν υψηλότερα εντός έξι έως δώδεκα μηνών. Μετά από τις πρόσφατες κινήσεις η M.S υπογραμμίζει πως οι αποτιμήσεις των μετοχών φαίνονται ελκυστικές και πάλι.

Αυτό που θα... μείνει από αυτό το "επεισόδιο" είναι τόσο οι προοπτικές για υψηλότερα επιτόκια όσο και η υψηλότερη μεταβλητότητα. Οι αυξανόμενες πληθωριστικές προσδοκίες αποτελούν μία πρόκληση για τη Fed, αυξάνοντας τις πιθανότητες ενός πολιτικού λάθους. Σύμφωνα με την M.S το επόμενο διάστημα θα δούμε τόσο την αύξηση της μεταβλητότητας στις αγορές όσο και την αύξηση των τιμών των μετοχών. Απλά, όπως επισημαίνει, οι αγορές θα αρχίσουν να "χωνεύουν" ότι η παγκόσμια οικονομία δεν χρειάζεται πλέον το... χέρι βοηθείας της χαλαρής νομισματικής πολιτικής από τις κεντρικές τράπεζες.

Ελευθερία Κούρταλη