Στις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, στον τομέα της απασχόλησης και της μεταποίησης αναφέρεται το τελευταίο δελτίο της Eurobank "7 Ημέρες Οικονομία", παρατηρώντας, μεταξύ άλλων, την απόκλιση ανάμεσα στο ποσοστό ανεργίας της Ελλάδας και των αντίστοιχων μεγεθών σε άλλες χώρες της ΕΕ. "Κλειδί για το κλείσιμο της ψαλίδας είναι η αύξηση των επενδύσεων και η ενίσχυση της παραγωγικότητας", όπως σημειώνει. 

Κατά τα άλλα, κάνει μνεία στα στοιχεία που δείχνει ότι συνεχίστηκε η αποκλιμάκωση του ποσοστού ανεργίας τον Ιούλιο, αλλά και τα θετικά μηνύματα από τον τομέα της μεταποίησης τον Σεπτέμβριο.

Αναλυτικότερα, το δελτίο της Eurobank αναφέρει τα εξής:

Συνεχίστηκε η αποκλιμάκωση του ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα τον Ιούλιο 2017. Σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 21,0% τον Ιούλιο 2017 (χαμηλό 68 μηνών) από 21,3% και 23,4% τον Ιούνιο 2017 και τον Ιούλιο 2016 αντίστοιχα. Σε όρους κινητού μέσου 12 μηνών – μέγεθος που δείχνει την τάση που ακολουθεί το ετήσιο ποσοστό ανεργίας – ο λόγος των ανέργων ως προς το εργατικό δυναμικό ήταν 22,5% από 24,0% το αντίστοιχο χρονικό διάστημα πέρυσι. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού (Οκτώβριος 2017), το ποσοστό ανεργίας στην ελληνική οικονομία εκτιμάται στο 22,0% το 2017 (από 23,5% το 2016) και στο 20,8% το 2018. Σε ό,τι αφορά τις μεταβλητές που συνθέτουν το ποσοστό ανεργίας, οι ετήσιες μεταβολές τον Ιούλιο 2017 είχαν ως εξής: ο αριθμός των απασχολούμενων ενισχύθηκε κατά 2,5% ή 93,4 χιλ άτομα διατηρώντας τη δυναμική των προηγούμενων μηνών (μέσος όρος περιόδου Ιανουαρίου – Ιουλίου 2017: 2,0%). Η ενίσχυση της απασχόλησης αντισταθμίζει σε έναν βαθμό την αρνητική επίδραση που προκαλούν τα αυξημένα φορολογικά βάρη στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Τέλος, ο αριθμός των ανέργων συρρικνώθηκε κατά -10,5% ή -119,0 χιλ άτομα και ως εκ τούτου το εργατικό δυναμικό κατέγραψε πτώση -0,5% ή -25,6 χιλ άτομα.

Το ποσοστό ανεργίας στην ελληνική οικονομία έλαβε τη μέγιστη τιμή του (ιστορικό υψηλό) τον Ιούλιο 2013. Από τότε μέχρι τον Ιούλιο 2017 η σωρευτική πτώση είναι -6,9 ποσοστιαίες μονάδες (ΠΜ) με τη μέση μηνιαία μεταβολή να διαμορφώνεται στις -0,14 ΠΜ. Ένα ενθαρρυντικό στοιχείο που προκύπτει από τις παρατηρήσεις της περιόδου Ιανουαρίου – Ιουλίου 2017 είναι η ενίσχυση του ρυθμού πτώσης του ποσοστού ανεργίας. Πιο αναλυτικά, η μέση μηνιαία μεταβολή ήταν -0,34 ΠΜ. Αυτό το στοιχείο συνδέεται με τους θετικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης που κατέγραψε η ελληνική οικονομία τα δύο πρώτα τρίμηνα του τρέχοντος έτους καθώς και με τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος και των προσδοκιών. 

Το υψηλό ποσοστό ανεργίας αποτελεί μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία. Παρά την πτώση που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, η απόκλιση ανάμεσα στο ποσοστό ανεργίας της Ελλάδος και των αντίστοιχων μεγεθών σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 28 κρατών μελών (ΕΕ-28) εξακολουθεί να παραμένει πάρα πολύ υψηλή. Εν παραδείγματι, τον Ιούλιο 2017 η προαναφερθείσα απόκλιση σε σύγκριση με την Ευρωζώνη και την ΕΕ-28 ήταν στις 11,9 ΠΜ και στις 13,3 ΠΜ αντίστοιχα. Είναι φανερό ότι αυτά τα μεγέθη αποτελούν την άλλη όψη του νομίσματος της συρρίκνωσης του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδος σε σχέση με το αντίστοιχο μέγεθος της Ευρωζώνης ή της ΕΕ-28. Κλειδί για το κλείσιμο της ψαλίδας είναι η αύξηση των επενδύσεων και η ενίσχυση της παραγωγικότητας. 

Ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών της IHS Markit για τον τομέα της μεταποίησης (PMI) στην Ελλάδα ανήλθε στις 52,8 μονάδες δείκτη (ΜΔ) τον Σεπτέμβριο 2017 (άνω του ορίου μηδενικής μεταβολής των 50 ΜΔ για 4ο συνεχή μήνα). Η εν λόγω τιμή είναι η υψηλότερη που έχει καταγραφεί από τον Ιούνιο 2008. Ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών της Markit για τον τομέα της μεταποίησης στην Ελλάδα (PMI) διαμορφώθηκε στις 52,8 μονάδες δείκτη (ΜΔ) τον Σεπτέμβριο 2017 από 52,2 και 49,2 ΜΔ τον Αύγουστο 2017 και τον Σεπτέμβριο 2016 αντίστοιχα (βλέπε Σχήμα 3).1 Αξίζει να σημειώσουμε ότι τους τελευταίους 4 μήνες, ήτοι Ιούνιος – Σεπτέμβριος 2017, ο δείκτης PMI λαμβάνει τιμές υψηλότερες του σημείου μηδενικής μεταβολής των 50 ΜΔ (ανάπτυξη: PMI > 50, κάμψη: PMI < 50). Αυτό το στοιχείο υποδεικνύει συνεχή βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών του τομέα της μεταποίησης στην Ελλάδα. Επιπρόσθετα η τιμή του δείκτη PMI τον Σεπτέμβριο 2017 είναι η υψηλότερη που έχει καταγραφεί από τον Ιούνιο 2008. 

Στους επί μέρους υποδείκτες που συνθέτουν τον δείκτη PMI, οι μεταβολές είχαν ως εξής τον Σεπτέμβριο 2017: 1ον οι νέες παραγγελίες κινήθηκαν ανοδικά (αποκλειστικά λόγω της ζήτησης από την εγχώρια αγορά) με τον υψηλότερο ρυθμό σε διάστημα μεγαλύτερο των τρεισήμισι ετών. 2ον η παραγωγή αυξήθηκε για 4ο συνεχή μήνα με τον ρυθμό μεταβολής να καταγράφει υψηλό μεγαλύτερο των εννέα ετών. 3ον τα αποθέματα προϊόντων σημείωσαν πτώση για 2ο συνεχή μήνα. Το εν λόγω αποτέλεσμα αποδίδεται στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αποφάσισαν να ικανοποιήσουν τη ζήτηση για νέες παραγγελίες μέσω της αποσυσσώρευσης των αποθεμάτων τους. 4ον λόγω της απαίτησης για ενίσχυση της παραγωγής οι επιχειρήσεις αύξησαν τον αριθμό των εργαζομένων τους για 5ο συνεχή μήνα. Τέλος, 5ον ο μέσος χρόνος παράδοσης προμηθειών παρουσίασε άνοδο με τον γρηγορότερο ρυθμό από τον Μάιο 2017. Τα προαναφερθέντα στοιχεία αποτελούν μια επιπλέον θετική ένδειξη για την πορεία της οικονομίας το 3ο τρίμηνο 2017 (αναφερόμαστε για την επίδοση της οικονομίας στη βραχυχρόνια περίοδο). Ως γνωστόν ο δείκτης PMI παρουσιάζει ισχυρή θετική συσχέτιση με τον ετήσιο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης.  

Δύναται να υποστηριχτεί ότι ο τομέας της μεταποίησης στην Ελλάδα εμφανίζει σχετική βελτίωση (σε σύγκριση με το σύνολο της οικονομίας) τα τελευταία χρόνια.

Παρατηρούμε τα εξής:

1ον Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι την αρχή της ελληνικής κρίσης (2008), η σχετική βαρύτητα του τομέα της μεταποίησης στο σύνολο της οικονομίας – τόσο σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας όσο και σε όρους απασχόλησης - ακολούθησε καθοδική τάση, ωστόσο με διακυμάνσεις. Παρόμοια πορεία – σε ποιοτικούς όρους – ακολούθησε και ο τομέας της μεταποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28 (ΕΕ-28) και στην Ευρωζώνη. 

2ον Η προαναφερθείσα τάση απέκτησε δυναμική τα τρία πρώτα χρόνια της ελληνικής κρίσης, ήτοι 2008, 2009 και 2010. Δηλαδή, ο τομέας της μεταποίησης στην Ελλάδα συρρικνώθηκε με πιο γρήγορο ρυθμό σε σύγκριση με το σύνολο της οικονομίας.

3ον Από τα μέσα του 2010 η τάση συρρίκνωσης της σχετικής βαρύτητας του μεταποιητικού τομέα στην ελληνική οικονομία διακόπηκε και πέρασε σε ανοδική τροχιά. Αυτό ίσχυσε μόνο για τη συνεισφορά του σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Σε όρους απασχόλησης, η πτωτική πορεία του μεριδίου του μεταποιητικού τομέα συνεχίστηκε μέχρι και το τέλος του 2015. Ωστόσο, τα τελευταία τρίμηνα παρατηρείται ενίσχυση και σε αυτό το πεδίο συνεισφοράς του μεταποιητικού τομέα στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. 

4ον Βάσει της πορείας των προαναφερθέντων μεριδίων (ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και απασχόληση), ο ρυθμός μεταβολής της παραγωγικότητας της εργασίας στον τομέα της μεταποίησης στην Ελλάδα είναι υψηλότερος σε σύγκριση με το σύνολο της οικονομίας.